Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

29 ΙΟΥΛΙΟΥ 1014 : Η ΜΑΧΗ στο ΚΛΕΙΔΙ. Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο Β ΑΠΟΚΤΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΟ ΄΄ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟΣ''

 
Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος 976-1025

Η ΜΑΧΗ
Τρεις χειμώνες προετοίμαζε ο Βασίλειος τη μάχη στο Κλειδί. Εχοντας ως βάση και κέντρο ανεφοδιασμού τις Σέρρες συγκέντρωνε στρατό και οπλισμό. Την άνοιξη του 1014 ξεκίνησε για το Κλειδί, το σημερινό Ρούπελ. Η διάταξη του στρατεύματός του είχε πάντα την ίδια μορφή: δύο ίλες ιππικού ως εμπροσθοφυλακή, μία από κατάφρακτους και μία από μονόζωνους και ακολουθούσε το κύριο σώμα. Ο Βασίλειος επιδίωκε να φθάσει στο στενό ανάμεσα σε Κλειδί και Κίμβα Λόγγο, με απώτερο στόχο την κοιλάδα του Μελένικου και της Στρούμνιτζας, όπου υπήρχαν ακόμη τότε αρκετές βουλγαρικές κτήσεις. Η κατάκτησή τους θα του άνοιγε τον δρόμο για τις Πρέσπες και την Αχρίδα, την καρδιά του βουλγαρικού κράτους.
Ο αντιπερισπασμός του Σαμουήλ

Ο τσάρος Σαμουήλ γνωρίζοντας ότι το στενό στο Κλειδί αποτελούσε το σημείο από όπου διέβαινε κάθε φορά ο Βασίλειος, οσάκις εκστράτευε κατά της Ανατολικής Βουλγαρίας, αποφάσισε να συγκεντρώσει το σύνολο του στρατού και να οχυρωθεί στο Κλειδί για να δώσει την αποφασιστική μάχη. Παράλληλα επιχείρησε με αντιπερισπασμό να διασπάσει την ενότητα των βυζαντινών δυνάμεων, στέλνοντας έναν από τους πλέον έμπιστους στρατηγούς του, τον Δαβίδ Νεστορίτση, με σημαντικές δυνάμεις νότια, με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, δεύτερης τη τάξει πόλης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος όμως δεν πτοήθηκε από την είδηση αυτή και έχοντας πια συνετιστεί από το νεανικό του πάθημα στη Φιλιππούπολη παρέμεινε με τον στρατό του παρατεταγμένο στο Κλειδί. 

Τη Θεσσαλονίκη υπερασπιζόταν τότε ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης σε αντικατάσταση του στρατηγού Δαβίδ Αριανίτη, που είχε σπεύσει να συνεπικουρήσει τους Βυζαντινούς και να αναλάβει τη διοίκηση μοίρας του ενεργού στρατού στο Κλειδί. Ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης με τη σύμπραξη του γιου του Μιχαήλ κατόρθωσε να αναχαιτίσει τη βουλγαρική επίθεση, να συντρίψει το σώμα του Νεστορίτση έξω από τη Θεσσαλονίκη και να τρέψει τους Βουλγάρους σε φυγή, συλλαμβάνοντας πλήθος αιχμαλώτων και πολλά λάφυρα και τελικά να επιστρέψει στο Κλειδί για να συμπράξει με τον αυτοκράτορα.
Ο φόβος της ενέδρας

Ο Βασίλειος, φθάνοντας στο Κλειδί, στρατοπέδευσε σε απόσταση δύο ωρών από το στενό και έστειλε ανιχνευτές να εντοπίσουν τον εχθρό. Αν και το στενό είχε κλείσει με πρόχειρα αναχώματα από πέτρες και κορμούς, κάρα και βράχους, οι Βούλγαροι ήταν άφαντοι. Η απειλή ενέδρας φόβισε τον Βασίλειο που αποφάσισε να αλλάξει τη διάταξη του στρατού και να τοποθετήσει μπροστά το πεζικό και πίσω το ιππικό, θεωρώντας ότι οι άνδρες του δεν θα ανακόπτονταν από πιθανά εμπόδια, σε αντίθεση με τα άλογα. 

Η διαταγή του αυτοκράτορα ήταν σαφής, το στράτευμα όφειλε να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, οπλισμένο, με πλήρη εξάρτυση, ετοιμοπόλεμο ανά πάσα στιγμή. Η πρώτη νύχτα κύλησε ήρεμα, οι Βούλγαροι δεν φαίνονταν πουθενά στις γύρω βουνοκορφές. Την επομένη ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή στον στρατό να προχωρήσει προς το στενό, ενώ ήταν σίγουρος ότι οι Βούλγαροι θα επετίθεντο όταν οι Βυζαντινοί θα πλησίαζαν τα αναχώματα. 

Πράγματι, μόλις η εμπροσθοφυλακή του βυζαντινού στρατού ζύγωσε τα εμπόδια, εκδηλώθηκε η πρώτη επίθεση από τους Βουλγάρους, οι οποίοι έσπρωχναν βράχους από ψηλά, ενώ παράλληλα στόχευαν με βέλη και πέτρες τους Βυζαντινούς. Παρά την ορμή του βυζαντινού στρατού, και οι δύο προσπάθειές τους να περάσουν τα αναχώματα απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα πολυάριθμους νεκρούς και τραυματίες.
Ο αυτοκράτορας, βλέποντας τη δυσκολία του εγχειρήματος, διέταξε υποχώρηση του στρατεύματος. Επιθυμούσε την ανασύνταξη των βυζαντινών δυνάμεων και την ενίσχυση του ηθικού των στρατιωτών του πριν από τη νέα επίθεση. Χρειαζόταν δε επιτακτικά τη νίκη, καθώς επρόκειτο για την πρώτη μάχη της χρονιάς εκείνης, την πρώτη μιας σειράς αναγκαίων συγκρούσεων προς την επίτευξη των μεγαλεπήβολων στόχων του. 

Τέλος Ιουλίου 1014, στη μάχη του Κλειδίου, ο Βασίλειος οδηγεί τα βυζαντινά στρατεύματα σε θρίαμβο κατανικώντας το Βούλγαρο Σαμουήλ.

Το νέο σχέδιο
Ο Βασίλειος κατέστρωσε νέο σχέδιο: έστειλε την ίδια νύχτα τον στρατηγό του Θέματος της Μακεδονίας Νικηφόρο Ξιφία με τρεις τούρμες να ανέβει στο όρος Βαλαθίστα που υψωνόταν νοτίως του Κλειδίου, στα νώτα δηλαδή του βουλγαρικού στρατεύματος, ώστε οι Βούλγαροι, κατά την εκδήλωση της επίθεσης, να βρεθούν περικυκλωμένοι. Ο στρατηγός θα ειδοποιούσε όταν το σώμα του θα είχε λάβει θέσεις μάχης με τριπλό σάλπισμα.
Το μεσημέρι της επομένης, της 29ης Ιουλίου 1014, εκδηλώθηκε η πολυπόθητη επίθεση. Μόλις ακούστηκε το σύνθημα του στρατηγού Ξιφία, το αυτοκρατορικό φουσάτο, από νωρίς σε ετοιμότητα, όρμησε προς τα αναχώματα με ηγέτη τον ίδιο τον Βασίλειο. Ο αυτοκράτορας, παρά τα πενήντα εννέα χρόνια του, πολεμούσε πάντα - από την πρώτη μάχη της Φιλιππούπολης ακόμη - στην πρώτη γραμμή, σύμβολο γενναιότητας και θάρρους για τους στρατιώτες του. 

Η μάχη ήταν σκληρή αλλά το σχέδιο δοκιμασμένο και αλάνθαστο. Ο βουλγαρικός στρατός καταλήφθηκε εξαπίνης και γρήγορα εγκατέλειψε τη μάχη. Οι περισσότεροι πετούσαν τα όπλα τους και έτρεχαν να σωθούν. Λίγοι πολέμησαν μέχρι τέλους, μεταξύ αυτών και ο τσάρος Σαμουήλ με τον γιο του και την προσωπική φρουρά του, αλλά και αυτοί τελικά αναζήτησαν καταφύγιο την τελευταία στιγμή στο φρούριο Πρίλαπο (το σημερινό Περλεπέ).
Ο απολογισμός της μάχης στο Κλειδί ήταν οδυνηρός, σήμανε περί τους δεκαπέντε χιλιάδες αιχμαλώτους Βούλγαρους αλλά και χίλιους νεκρούς για τον βυζαντινό στρατό καθώς και χίλιους πεντακόσιους τραυματίες, περισσότερους από όσους σε κάθε άλλη μάχη στο παρελθόν. 
 
ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓ.ΛΕΟΝΤΙΟΥ  ΟΙ ΤΥΦΛΩΜΕΝΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ

Η τύφλωση των αιχμαλώτων
Για τον Βασίλειο η μάχη στο Κλειδί ήταν ορόσημο: πολεμούσε τους Βουλγάρους περισσότερα από είκοσι συναπτά έτη, ο πόλεμος έπρεπε πλέον να λάβει τέλος. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με μια σκληρή απόφαση σχετικά με την τύχη των πολυάριθμων βουλγάρων αιχμαλώτων. Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε αμέσως μετά τη μάχη το συμβούλιο των στρατηγών του. Η πρότασή τους ήταν σχεδόν ομόφωνη: η τιμωρία που άρμοζε στους αιχμαλώτους ήταν ο θάνατος. Ελάχιστοι στρατηγοί αντιπρότειναν να πουληθούν οι αιχμάλωτοι σε σκλαβοπάζαρα. 

Ο αυτοκράτορας ωστόσο έκρινε πως ο θάνατος με όποια μορφή ήταν μια ποινή που γρήγορα θα ξεχνιόταν, ενώ το να πουληθούν σε σκλαβοπάζαρα δεν θα παραδειγμάτιζε καθόλου τους Βουλγάρους. Οι Βούλγαροι ήταν σκληρός και αδυσώπητος λαός, δεν είχαν καμφθεί από τόσες ήττες χρόνια τώρα, η δήωση, η σφαγή και η καταστροφή έμοιαζαν να είναι στη φύση τους. 

Οι χρονικογράφοι της εποχής μαρτυρούν ότι ο αυτοκράτορας ταλαντεύτηκε στην απόφασή του και προβληματίστηκε εξαιρετικά. Βαρύνοντα ρόλο πάντως δεν έπαιξε η εκδίκηση για τον θάνατο χιλιάδων στρατιωτών και συμπολεμιστών του επί σειρά ετών αλλά η σκέψη της ανασύνταξης του Σαμουήλ που είχε διαφύγει και που σε τακτά διαστήματα κατόρθωνε, παρά τα πλήγματα και την ταπείνωση κάθε ήττας, να αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του και να συνεχίζει τον πόλεμο επί τριάντα σχεδόν έτη. 


Ο Βασίλειος ήταν πεπεισμένος ότι έπρεπε να καταφέρει προσωπικό πλήγμα κατά του βούλγαρου ηγέτη, πλήγμα ικανό να τον καταρρακώσει ψυχικά και να τον υποτάξει οριστικά. Επέλεξε την τύφλωση των αιχμαλώτων, θέλοντας να καταστήσει σαφές ότι ήταν αδίστακτος σε ό,τι αφορούσε τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας και ότι δεν θα ορρωδούσε προ ουδενός προκειμένου να συντρίψει τη βουλγαρική αντίσταση μέχρι τέλους. 

Μπροστά σε ολόκληρο τον στρατό του και αφού συνεχάρη και επιβράβευσε τους στρατιώτες του για την ανδρεία τους στη μάχη, διέταξε την τύφλωση των βουλγάρων αιχμαλώτων. Οι Βυζαντινοί χώριζαν τους αιχμαλώτους σε ομάδες των εκατό, και ανά χίλιους τους οδηγούσαν σε ειδικό χώρο του στρατοπέδου, όπου, αφού τους έδεναν, με πυρωμένες στη φωτιά σιδερένιες βέργες τύφλωναν τους ενενήντα εννέα και από τα δύο τους μάτια, ενώ τον εκατοστό μόνο από το ένα, ούτως ώστε να χρησιμεύσει, μονόφθαλμος ων, ως οδηγός των υπολοίπων. Αμέσως μετά την τιμωρία τους οι αιχμάλωτοι αφήνονταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στον διασωθέντα τσάρο τους. 

Η νίκη των Βυζαντινών κατά των Βουλγάρων στη Μάχη του Κλειδίου και ο θάνατος του Σαμουήλ.

Ο θάνατος του Σαμουήλ
Το πλήγμα ήταν όντως τραγικό για τον τσάρο Σαμουήλ, ο οποίος, ήδη καταρρακωμένος από το μέγεθος της συντριβής, ανέμενε τις ειδήσεις για την τύχη των αιχμαλώτων. Το βουλγαρικό φουσάτο αριθμούσε 30.000 άνδρες πριν από την αναμέτρηση, περίπου χίλιοι κατάφεραν να σωθούν μετά τη μάχη και να διαφύγουν, εκ των οποίων δώδεκα μόνο από την προσωπική φρουρά του Σαμουήλ. 

Οι βουλγαρικές πηγές ιστορούν ότι η επιστροφή των αιχμαλώτων προκάλεσε μέγα πένθος στην Αχρίδα, η οποία ήταν τότε πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους. Οι χιλιάδες τυφλοί αδυνατούσαν να πορευθούν συντεταγμένα, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται, να συμπαρασύρουν τους συμπολεμιστές τους και να πορεύονται ουρλιάζοντας και βογκώντας προς την πόλη τους. Ο Σαμουήλ δεν άντεξε την ταπείνωση αυτή του φρικτού θεάματος και δύο μέρες μετά ξεψύχησε από τη συντριβή και τον ψυχικό κλονισμό. 

Ανεξάρτητα όμως από την αλληλουχία των ιστορικών γεγονότων, η αναμφισβήτητα ανηλεής πράξη αυτή του Βασίλειου, που του προσέδωσε άλλωστε το επίθετο «Βουλγαροκτόνος», δεν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο κρίσης και κριτικής μόνο με βάση τα σύγχρονα κριτήρια, κυρίως τον συναισθηματικό αποτροπιασμό που προκαλεί σήμερα η μεταχείριση αυτή των αιχμαλώτων σε σχέση με τις ισχύουσες αρχές του δικαίου του πολέμου. Αντίθετα, η βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε ως ποινή κολασμού τόσο την τύφλωση όσο και τον ακρωτηριασμό για κάθε βυζαντινό πολίτη που θα προέβαινε σε επαναστατική ενέργεια, συνωμοσία ή στάση κατά της νόμιμης βυζαντινής εξουσίας, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Συνακόλουθα, ο Βασίλειος αντιμετώπισε και τιμώρησε τους βούλγαρους αιχμαλώτους, όχι ως εχθρούς της Αυτοκρατορίας αλλά ως υπηκόους του και βυζαντινούς πολίτες που είχαν επαναστατήσει, δεδομένου ότι ήδη από το 971 το σύνολο της σημερινής βουλγαρικής επικράτειας είχε κατακτηθεί από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή και υπαχθεί στη βυζαντινή διοίκηση. 

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Βασίλειος δικαιώθηκε, καθώς ο θάνατος του Σαμουήλ επέφερε εξασθένηση της βουλγαρικής ισχύος. Ο γιος του Γαβριήλ - Ρωμανός, που τον διαδέχθηκε, δεν είχε ούτε τη σύνεση ούτε την ηγετική προσωπικότητα του πατέρα του, με αποτέλεσμα να ατονήσει η βουλγαρική επιθετικότητα.  

Πάντως και ο Βασίλειος διέπραξε το ίδιο λάθος με τον Μέγα Αλέξανδρο. Δεν επέλεξε ικανό διάδοχο πού θα συνέχιζε το έργο του. Αυτό το λάθος είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει όλο το οικοδόμημα του λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του από την ανικανότητα του διαδόχου και αδελφού του Κωνσταντίνου και των υπόλοιπων ανίκανων βασιλέων, πού σε λίγα χρόνια θα φέρουν το Βυζάντιο στο χείλος της καταστροφής, μέχρι την σωτήρια έλευση του Αλέξιου Κομνηνού. 

Ολοκληρώνουμε την αναφορά στον μέγιστο της Ρωμιοσύνης με την κρίση των Ψελλού και Ζωναρά. “ο ηγεμών ούτος αφ’ ου και τούς βαρβάρους γείτονας κατέβαλε την δέ αριστοκρατία καθαιρέσας ισότιμον πρός τας άλλας κοινωνικάς ταξεις κατέστησε και εν πολλή γνώμης ελευθερίας κυβερνών το κράτος ετύγχανεν….. δαπανούσε μόνον τα αναγκαία εκ του δημοσίου ταμείου, αεί δέ προσθέτων εις αυτό έξωθεν, ώστε διά είκοσι μυριάδων ταλάντων χρυσού επλήρωσε τα ταμεία των ανακτορων……. αλλ’ ουδενός απήλαυε δίοτι διατελούσε εν εκστρατεία τον πλείστον της αρχής αυτού χρόνον….“.
Δεν μετεχειρίζετο τούς πολυτίμους λίθους, πλήν ολίγων κοσμούντων την πορφύραν, ίνα διακρίνηται, ότε εις τας θρησκευτικάς τελετας παρίστατο ή πρέσβεις εδέχετο, οι δέ άλλοι πολύτιμοι λίθοι ήσαν εις τα ταμεία αποτεθειμενοι….“.

 Ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος και 
η τύφλωση των Βουλγάρων
Δεν αμφισβητείται η σκληρότητα ορισμένων πρακτικών του παρελθόντος, όπως η τύφλωση αιχμαλώτων. Η χρήση όμως αυτής της πρακτικής, για την εποχή που εφαρμόσθηκε, και συγκριτικά με τις μεθόδους των άλλων κρατικών μορφωμάτων της εποχής, δεν ενδείκνυται ως καλό επιχείρημα κατά του "Βυζαντίου".
Η σκληρότητα της τύφλωσης των Βουλγάρων αιχμαλώτων από τον Βασίλειο Β’ Βουλγαροκτόνο είναι δεδομένη. Όμως παραγνωρίζονται τρία πράγματα:
 
Πρώτον, ο Βασίλειος πριν οδηγηθεί, στα τελευταία χρόνια του τριακονταετούς βυζαντινο-βουλγαρικού πολέμου στο μέτρο αυτό, συνεχώς έδινε χάρη αλλά και αξιώματα σε όσους Βουλγάρους αυτομολούσαν σε αυτόν (ή δεν τους τιμωρούσε παρά μόνο με δήμευση περιουσίας και εξορία), αλλά όχι μόνο σε αυτούς μα και σε Ίβηρες καθώς και σε Βυζαντινούς οι οποίοι επαναστατούσαν κι έπειτα συνθηκολογούσαν. Ορίστε μερικά παραδείγματα:
 
1) Παρακοιμώμενος Βασίλειος (επίτροπος Βασίλειου Β’): εξορία, μερική δήμευση περιουσίας (Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις ιστοριών, 335, 58)
2) Βάρδας Σκληρός (στασιαστής): συνθηκολόγηση, απονομή τίτλου κουροπαλάτου (Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις ιστοριών, 338, 45)
3) Γεώργιος Δαυίδ της Ιβηρίας (βοηθός στασιαστή Βάρδα):  συνθηκολόγηση, απονομή τίτλου κουροπαλάτου (χρονικό Jahjah Αντιοχείας, 429)
4) Νικολιτζάς (βούλγαρος διοικητής Σερβίων): παράδοση πόλης, απονομή τίτλου πατρικίου (Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις ιστοριών, 344, 95).
5) Ρωμανός-Συμεών (βούλγαρος διοικητής Σκοπίων):  παράδοση πόλης, απονομή τίτλου πατρικίου (Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις ιστοριών, 346, 56).
6) Νικηφόρος Ξιφίας (στρατηγός στασιαστής): δήμευση περιουσίας.
 
Η σκληρότητα αυτή, της τύφλωσης των βουλγάρων στρατιωτών, είναι μικρό και όχι κυρίαρχο χαρακτηριστικό της βασιλείας και της προσωπικότητάς του Βασίλειου Βουλγαροκτόνου. Η μέθοδος τιμωρίας αυτή, εφαρμόστηκε μόνο στο τέλος του πολέμου, ενώ τιμωρούνταν μόνο όσοι Βούλγαροι στασίαζαν πολλές φορές (Δραξάνος, φρούραρχος Βοδενών, ο οποίος συγχωρέθηκε δύο φορές από τον Βασίλειο Β’, όταν δραπέτευε από τη Θεσσαλονίκη όπου ζούσε ελεύθερος με την οικογένειά του, την τρίτη φορά που πιάστηκε, εκτελέστηκε).
 
Δεύτερον, η ποινή της τύφλωσης θεωρείτο τότε επιεικέστερη από την ποινή του θανάτου.
 
Τρίτον, η ποινή αυτή επιβαλλόταν σε στασιαστές και οι Βούλγαροι στρατιώτες, ως κάτοικοι της Αυτοκρατορίας θεωρούνταν τέτοιοι. Αντιθέτως, οι Άραβες αιχμάλωτοι θεωρούνταν αιχμάλωτοι ξένου κράτους και όχι στασιαστές και η τύχη τους ήταν πολύ καλίτερη, αφού ανταλλάσονταν και επέστρεφαν στην πατρίδα τους.
Αυτοί που ορμώμενοι από την ευαισθητοποιημένη σύγχρονη εποχή μας, απέναντι σε όλες αυτές τις μεθόδους, κατηγορούν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία για "μοναδική σκληρότητα", εξ αιτίας αυτού του μέτρου ΕΙΔΙΚΑ για τους κατ' επανάληψιν προδότες, γιατί άραγε, δεν κατηγορούν και τις άλλες κρατικές οντότητες της περιοχής, που εφάρμοζαν πολύ σκληρότερα μέτρα για "ψήλου πήδημα", ακόμα και τον θάνατο του ενόχου;
Μια τέτοια σύγκριση, θα φανέρωνε ότι για την εποχή εκείνη, ακόμα και ένα τόσο σκληρό μέτρο, φάνταζε ως "ελεημοσύνη" προς έναν κατ' επανάληψιν προδότη, η οποία του χάριζε τη ζωή, στερώντας του όμως τη δυνατότητα να συνεχίσει να επαναλαμβάνει την προδοσία του!
 ΠΗΓΕΣ
Γιάννης Τ.
το βήμα
κλύσμα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου