Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Ο «Αγαμέμνων» του Αισχύλου…

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΕΜΟΣ
Ο «Αγαμέμνων» είναι η πρώτη τραγωδία της τριλογίας του Αισχύλου «ΟΡΕΣΤΕΙΑ» (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες). Η τριλογία αυτή ήταν τετραλογία μαζί με το σατυρικό δράμα «Πρωτεύς» που χάθηκε.

Η Ορέστεια είναι το τελειότερο δραματικό αριστούργημα που παρουσίασε έως τώρα ο κόσμος. Αποτελεί όχι μόνον μια αστείρευτη πηγή εμπνεύσεων, αλλά και ένα ανεξάντλητο στοιχείο ηθικού και καλλιτεχνικού προβληματισμού. Και αυτό, ακριβώς, παραμένει αναμφισβήτητο για όλες τις γενεές των ανθρώπων. Ο Αισχύλος (525 – 456 π.Χ.) είναι ο πρώτος των τριών μεγάλων τραγικών της αρχαιότητας. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της ποιήσεως του Αισχύλου είναι το ΥΨΟΣ. Είναι ένας οραματιστής ικανός να ζωντανεύει τα αφηρημένα και ένας στοχαστής που φιλοσοφώντας επάνω στους αρχαίους μύθους βγάζει από αυτούς υψηλά ηθικά διδάγματα. Η έμπνευσή του είναι θρησκευτική, εθνική και φιλοσοφική.

Το 458 π.Χ., όταν ο Αισχύλος ήταν 67 ετών, νίκησε την τελευταία του νίκη με το κορυφαίο των δημιουργημάτων του, την «ΟΡΕΣΤΕΙΑ», το τραγικό μεγαλείο της Μοίρας του Ανθρώπου. Είναι το έργο των έργων. Μια τριλογία που συμπυκνώνει όλη την ανθρώπινη κατάσταση και την προσεγγίζει με τρόπο ποιητικό και απόλυτα ελληνικό.
Εδώ θα ασχοληθούμε με την τραγωδία «Αγαμέμνων» που είναι η πρώτη της τριλογίας. Οι άλλες δύο είναι: «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες».

Στην τραγωδία «Αγαμέμνων» περιγράφεται η επάνοδος του Αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα στο Άργος από την τρωική εκστρατεία με πολλά λάφυρα και την αιχμάλωτη Κασσάνδρα. Αναλυτικότερα, η υπόθεση αρχίζει από το τέλος του Τρωικού Πολέμου. Ο δέκατος χρόνος του πολέμου πλησιάζει στο τέρμα του. Οι μάντεις έχουν προβλέψει νίκη. Στο Άργος περιμένουν από στιγμή σε στιγμή την είδηση για την άλωση της Τροίας. Ένας φρουρός ανεβασμένος στη στέγη των ανακτόρων των Ατρειδών, με διαταγή της βασίλισσας Κλυταιμνήστρας, περιμένει να ιδεί τις φωτιές (φρυκτωρίες) που θα μεταδώσουν το μήνυμα της νίκης. Ο φρουρός αναπολεί την σκληρή του μοίρα και κάνει διάφορους υπαινιγμούς για την ανώμαλη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο παλάτι.
Όπως είναι γνωστό από τον μύθο, στην διάρκεια της απουσίας του Αγαμέμνονα, η Κλυταιμνήστρα έγινε ερωμένη του Αιγίσθου και μηχανεύεται να σκοτώσει τον άνδρα της, όταν επιστρέψει. Δεν προλαβαίνει ο φρουρός να ολοκληρώσει τους διαλογισμούς του και στο βάθος προβάλλουν κι όλας οι λάμψεις της συνθηματικής φωτιάς. Έπεσε, λοιπόν, η Τροία! Ο φρουρός τρέχει να ανακοινώσει το χαρμόσυνο μήνυμα στη βασίλισσα.

Ξημερώνει. Παρουσιάζεται ο χορός που αποτελείται από τους γέροντες της πόλης. Οι γέροντες φέρνουν στη μνήμη τους πώς ξεκινούσε ο Αγαμέμνονας για την Τροία. Οι οιωνοί από τότε κιόλας έδειχναν το ευτυχισμένο τέλος της εκστρατείας, αλλά συγχρόνως προμηνούσαν και πολλές συμφορές. Το πιο φοβερό ήταν εκείνο που έγινε όταν ο ελληνικός στρατός συγκεντρώθηκε στη Αυλίδα: Η θεά Άρτεμη δεν τους έστελνε ευνοϊκό άνεμο. Και ο Αγαμέμνονας αποτόλμησε μια φρικτή πράξη: Θυσίασε στη θεά, με τα ίδια του τα χέρια, την κόρη του Ιφιγένεια. Οι γέροντες ικετεύουν να σταματήσουν επιτέλους τα δεινά των Ατρειδών.

Η Κλυταιμνήστρα ανακοινώνει στους γέροντες (χορό) τη χαρμόσυνη είδηση και τους περιγράφει τον τρόπο μετάδοσής της. Αλλά τα κακά προαισθήματα δεν διαλύονται. Χάθηκαν τόσοι πολλοί σ’ αυτόν τον πόλεμο! Παντού ξεσπούν κατάρες για τους υπεύθυνους της συμφοράς. Οι θεοί ακούνε τις δεήσεις των ανθρώπων και ετοιμάζονται να τιμωρήσουν τους ενόχους.
Στην επόμενη σκηνή παρουσιάζεται ένας κήρυκας του Αγαμέμνονα επιβεβαιώνοντας την είδηση της νίκης και της επιστροφής του βασιλιά. Παρόλα αυτά, ούτε και αυτό δίνει καποια χαρά στους γέροντες, γιατί ο κήρυκας τους περιγράφει συγχρόνως και τα άπειρα δεινά του ελληνικού στρατού. Καταριούνται την Ελένη ως υπεύθυνη για όλα τα κακά που τους βρήκαν.

Τέλος, παρουσιάζεται και ο ίδιος ο Αγαμέμνονας. Φθάνει κουβαλώντας πάνω στο άρμα του την αιχμάλωτη Κασσάνδρα, την κόρη του Πριάμου. Η Κλυταιμνήστρα υποκριτικά τον υποδέχεται με κολακευτικά λόγια και διατάσσει τις δούλες να στρώσουν έναν πορφυρό τάπητα για να περάσει ο βασιλιάς μπαίνοντας θριαμβευτικά στο παλάτι. Ο Αγαμέμνονας στην αρχή αρνείται να πατήσει πάνω στον τάπητα από φόβο μήπως προκαλέσει τον φθόνο των θεών, αλλά τελικά υποχωρεί μπροστά στην επιμονή της Κλυταιμνήστρας. Διασχίζει τον τάπητα, αφού βγάλει πρώτα τα σανδάλια του και μπαίνει στο παλάτι.
Οι ζοφερές σκέψεις, όμως, του χορού δεν γαληνεύουν με την άφιξη του βασιλιά. Αντίθετα, γίνονται περισσότερο καταθλιπτικές. Οι γέροντες ξέρουν πως το αίμα που χύθηκε δεν μπορεί να μείνει χωρίς εκδίκηση.

Η Κλυταιμνήστρα καλεί την Κασσάνδρα να μπει στο παλάτι σαν δούλα, για να πάρει μέρος στην οικογενειακή θυσία. Η Κασσάνδρα δεν δίνει καμιά προσοχή σε όσα γίνονται γύρω της. Αλλά ξαφνικά στρέφεται προς το άγαλμα του Απόλλωνα και ρωτάει το θεό, πού την έχει οδηγήσει. Φρικτές οπτασίες τη συγκλονίζουν. Μπροστά στα μάτια της περνούν οι αποτρόπαιες εικόνες από τα τόσα κακουργήματα που έγιναν σ’ αυτό το παλάτι. Σιγά – σιγά από τα περασμένα μεταφέρεται στα τωρινά. Μια δίποδη λιονταρίνα, η οποία τα έχει μπλέξει με έναν δειλό λύκο, σχεδιάζει να δολοφονήσει το ευγενικό λιοντάρι. Η Κασσάνδρα μαντεύει τον θάνατο του Αγαμέμνονα και ξέρει ταυτόχρονα πως ο ίδιος θάνατος την περιμένει και αυτή. Όταν τέλος μπαίνει στο παλάτι, ο χορός κυριεύεται από θλίβερούς στοχασμούς. Την ίδια στιγμή από μέσα αντηχούν τα βογγητά του βασιλιά.
Η Κλυταιμνήστρα με πέλεκυ σκοτώνει την Κασσάνδρα, κόρη του Πρίαμου και ερωμένη του
Αγαμέμνονα,
 Ο χορός αναρωτιέται αν πρέπει να μπει μέσα να μάθει τι συμβαίνει, αλλά δεν προλαβαίνει να πάρει καμιά απόφαση. Οι πύλες ανοίγουν και οι θεατές αντικρύζουν τα πτώματα του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας και πάνω από αυτά την Κλυταιμνήστρα λουσμένη στο αίμα με ένα τσεκούρι στο χέρι. Η βασίλισσα δηλώνει θριαμβευτικά πως εκτέλεσε το έργο που μελετούσε από καιρό. Την ίδια στιγμή φθάνει ο εραστής της Αίγισθος, με ένα πλήθος σωματοφυλάκων γύρω του. Ο χορός εκφράζει την ελπίδα πως ο Ορέστης ζει και θα γυρίσει να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Ο Αίγισθος προστάζει τους σωματοφύλακες να πατάξουν αμείλικτα όσους αγανακτούν. Η Κλυταιμνήστρα, όμως, εμποδίζει την αιματοχυσία. Με αυτή τη σκηνή τελειώνει η τραγωδία (Στη δεύτερη τραγωδία της τριλογίας «Χοηφόρες» ο Ορέστης παίρνει εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα του φονεύοντας τον Αίγισθο και τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα).
Ο Αισχύλος
• Ο Αισχύλος υπήρξε, εκτός των άλλων, ένθερμος κήρυκας της Δικαιοσύνης. Οι Αθηναίοι των αρχών του 5ου π.Χ. αιώνα, και πρώτος από όλους ο Αισχύλος, είδαν την συντριβή των Περσών σαν αποκάλυψη της βαθειάς σοφίας της αιώνιας δικαιοσύνης, που κυβερνά τον κόσμο: Ένας μικρός στρατός ελευθέρων ανθρώπων, οιστρηλατημένος από το δίκαιο του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία, είχε κατατροπώσει τις μυριάδες των δούλων που επιστράτευσε ο άδικος εισβολέας. Η πίστη του στην αιώνια Δικαιοσύνη διαφαίνεται και στην «Ορέστεια». Την πίστη του αυτή στη Δικαιοσύνη την είχε «κληρονομήσει» ο Αισχύλος από τον πνευματικό του οδηγό τον σοφό Νομοθέτη Σόλωνα.

Το πρόβλημα της Δικαιοσύνης αντιμετωπίζει κατά κύριο λόγο ο Αισχύλος στον «Αγαμέμνονα». Αντιμέτωπος της Ανάγκης ο άνθρωπος, αλλά όχι άβουλο παίγνιο στα χέρια της. Ενυπάρχει και ατομική ευθύνη. Ο Αγαμέμνονας βαρύνεται με την κατάρα της γενιάς του. Στην καταστροφή του, όμως, θα συμβάλλει και η δική του «ύβρις» (υπεροψία, αλαζονεία), οι πράξεις που ελεύθερα αποφάσισε. Το ίδιο και για την Κλυταιμνήστρα, καθώς και για τον Ορέστη, τα τρία βασικά πρόσωπα της τριλογίας.

Γιατί υπάρχει μια δεσπόζουσα αρχή, ένας νόμος, μια υπέρτατη Δικαιοσύνη, που την προσωποποιεί το θείο, ο Δίας, όπως θα μας πει ο ποιητής. Την αρχή αυτή έχει την δυνατότητα να την γνωρίσει ο άνθρωπος. Αλλά με θυσίες και υποφέροντας: «Πάθει μάθος» ή, όπως λέει ο λαός, «παθός μαθός». Ακόμη και παρά τη θέλησή του.
Αυτή καθ’ εαυτή η πράξη άλλωστε, προϋποθέτει τη θυσία, ψυχική και σωματική δοκιμασία. Είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μεταγενέστερη ορολογία, το «προπατορικόν αμάρτημα» και ο «εξαγνισμός», ο οποίος επιτυγχάνεται μόνον με τη γνώση. Την βαρύτατα πληρωνόμενη γνώση, προνόμιο και τιμωρία για τον άνθρωπο.

Ο Αισχύλος είναι ο μεγαλύτερος τραγικός ποιητής του αρχαίου κόσμου. Είναι ο πατέρας της Ελληνικής Τραγωδίας. Είναι ο οικοδόμος, που πήρε ένα πρωτόγονο είδος και το ύψωσε στην «κορυφή των θαυμασίων». Γεννήθηκε στην Ελευσίνα. Εκεί επηρεάστηκε από τα Ελευσίνια Μυστήρια. Στην τραγωδία «Προμηθέας Δεσμώτης» έχουμε κάποια μορφή προφητείας για τον χρόνο που θα έρθει ο Λυτρωτής. Στο στίχο 774 ο Προμηθέας λέει στην Ιώ: Θα τον ελευθερώσει από τα δεσμά του αυτός που θα έρθει τρεις γενιές μετά από τις δέκα άλλες. Ο υπολογισμός των γενεών αυτών οδηγεί στους χρόνους του Χριστού.

Ο Αισχύλος είναι ο μεγαλύτερος τραγικός ποιητής. Ο ίδιος όμως θεωρούσε σπουδαιότερο πράγμα την συμμετοχή του στους αγώνες για την ελευθερία της Πατρίδας. Πολέμησε γενναία στη Μάχη του Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα. Στο επιτύμβιο επίγραμμα που έγραψε ο ίδιος για να γραφεί στον τάφο του δεν αναφέρει τίποτε για το δραματικό του έργο παρά μόνον: «…αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος». Πέθανε και ετάφει στη Γέλα της Σικελίας. Το 1975 η Ελευσίνα και η Γέλα αδελφοποιήθηκαν. Η απόφαση πάρθηκε ομόφωνα σε έκτακτη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ελευσίνας, στην οποία ήταν παρόντες ο αντιδήμαρχος της Γέλας, ένας δημοτικός σύμβουλος και ο πρόξενος της Ιταλίας.

Σε ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου αναφέρεται: Μία οδός της Ελευσίνας ονομάστηκε οδός Γέλας (όπως και μία οδός της Γέλας ονομάστηκε οδός Ελευσίνας). Οι δύο εκπρόσωποι της Γέλας ανακηρύχθηκαν επίτιμοι δημότες της Ελευσίνας. Δημιουργήθηκαν στενοί μορφωτικοί και εκπολιτιστικοί δεσμοί ανάμεσα στις δύο πόλεις. Προσφέρεται κάθε χρόνο φιλοξενία στις κατασκηνώσεις του Δήμου Ελευσίνας σε 15 μαθητές του Λυκείου της Γέλας «Ο Αισχύλος».

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου