Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

17/10/1941 250 ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ. Ραψωδία θανάτου στα Κερδύλια Σερρών!!


Μερικές μέρες πριν και συγκεκριμένα στις 2 Οκτωβρίου, γερμανοί στρατιώτες θα κυκλώσουν τα δύο χωριά Πάνω και Κάτω Κερδύλλια και αφού θα κάνουν εξονυχιστικές έρευνες και ανακρίσεις, θα φύγουν.

Στις 12 Οκτωβρίου οι Γερμανοί θα ξανανεβούν στα ίδια χωριά και αφού συγκεντρώσουν όλους τους κατοίκους στην πλατεία και τους ανακρίνουν για δεύτερη φορά, τελικά θα ξαναφύγουν, αφού όμως κάψουν προηγουμένως μερικά σπίτια, παίρνοντας μαζί τους για ανακρίσεις στο Σταυρό όλους σχεδόν τους άντρες των δύο χωριών και συλλαμβάνοντας τον γιατρό της Ευκαρπίας Φ. Φυλακτό με αφορμή το επεισόδιο του Κίκυρα. Λεει o γιατρός των Κερδυλλίων Φ. Φυλακτός γι' αυτή τους τη μεταφορά:

«... Από την Ευκαρπία με ένα φορτηγό με. μετέφεραν στο φρουραρχείο του Σταυρού. Προηγουμένως, όμως, περνώντας από το «Λιοντάρι της Αμφίπολης» είδα όλη την πλαγιά του βουνού σχεδόν γεμάτη από ανθρώπους, τους οποίους οι Γερμανοί φόρτωναν στα άλλα καμιόνια που μας ακολουθούσαν και τους έπαιρναν μαζί τους. Όταν φτάσαμε στο Σταυρό μας μάντρωσαν στην αυλή του εκεί δημοτικού σχολείου και μας άφησαν να περιμένουμε μέχρι το βράδυ οπότε και μας μετέφεραν σε έναν θάλαμο του σχολείου για να κοιμηθούμε... Την άλλη μέρα μας πήγαν στην εκκλησία του χωριού όπου άρχισαν οι ανακρίσεις...

Αργότερα ήρθαν και οι κάτοικοι των Κερδυλίων που θα πρέπει να πω ότι ήταν τουλάχιστον καμιά ογδονταριά χωρίς όμως να ξέρουν γιατί βρίσκονταν εκεί όπως δεν ήξερα και εγώ o ίδιος. Οι ανακρίσεις κράτησαν τρεις-τέσσερις μέρες. Την προτελευταία μέρα, τα μέτρα πίεσης από μέρους των Γερμανών προς τους κρατούμενους άνδρες των Κερδυλίων χαλάρωσαν κι έτσι μπορούσαμε να λέμε καμιά κουβέντα... Τελικά τόσο εγώ όσο και οι Κερδυλιώτες πιστέψαμε ότι η υπόθεση είχε λήξει και δεν θα έπρεπε να φοβόμαστε τίποτα. Κι έτσι εκείνο το τελευταίο βράδυ πέσαμε να κοιμηθούμε περισσότερο ξέγνοιαστοι. Δίπλα μου κοιμόταν ένας μπακάλης των Κάτω Κερδυλίων που ονομαζόταν Σκόρδας που μου λέει σε μια στιγμή: Γιατρέ έτσι και γλιτώσουμε, οι δυο μας θα πάμε στη Θεσσαλονίκη και θα γλεντήσουμε και ας πάει και το παλιάμπελο! Τόση φρίξη είχε πάρει ο άνθρωπος...
Πριν το ξημέρωμα οι Γερμανοί χωρίς να το περιμένει κανένας εισέβαλαν στην αίθουσα τους σχολείου, μας σήκωσαν με φωνές από τον ύπνο και φόρτωσαν όλους τους Κερδυλιώτες σε καμιόνια... ...Αργά προς το σούρουπο τα αυτοκίνητα που είχαν ξεκινήσει με τους Κερδυλιώτες επέστρεψαν άδεια. Προς το βράδυ ήρθε και με πήρε έξω ένας γερμανός αξιωματικός. Εκεί είχε έναν διερμηνέα με τον οποίο και συνεννοούνταν στα γαλλικά. Μόλις με είδε μου είπε: -Σήμερα πήγαμε επάνω στα Κερδύλια, εκτελέσαμε όλους τους κατοίκόυς και κάψαμε τα χωριά!».

-"Θα εκτελεστείς την αυγή.."

Σχεδόν πριν από το ξημέρωμα της Παρασκευής, στις 17 Οκτωβρίου 1941, οι Γερμανοί θα έχουν φτάσει κάτω από συνεχή βροχή στη περιοχή των Κερδυλίων. Δύο λόχοι από ΕΣ-ΕΣ θ' αρχίσουν να σκαρφαλώνουν μέσα από πουρνάρια και νεροσυρμές από το Χάντακα, τους Μπαλαφράδες και το Τσάγεζι.

Παρά το γεγονός ότι υπήρχε άνετος και καλοστρωμένος χωμάτινος δρόμος, οι Γερμανοί σε όλες τους τις επισκέψεις είχαν προτιμήσει τον αιφνιδιασμό κάνοντας την εμφάνισή τους μέσα από μονοπάτια και χαράδρες. Όταν θα φτάσουν στα δύο ήσυχα και αμέριμνα χωριά θα έχει κιόλας ξημερώσει. Είναι ένα άσκημο, μουσκεμένο πρωινό και οι λασπωμένοι δρόμοι του χωριού είναι έρημοι. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Ίσως μερικές οικογένειες να ανησυχούν για τους δικούς τους. Είναι αυτές που οι Γερμανοί πρόλαβαν και πήραν τους άντρες τους πριν μερικές μέρες. Αλλά απλά ανησυχούν. Ούτε που περνάει από το μυαλό τους πως το φάσγανο του θανάτου έχει για τα καλά. σημαδέψει το χωριό, το σπίτι, τους ανθρώπους τους.

Ύστερα τα πάντα τρέχουν με κινηματογραφική ταχύτητα. Οι Γερμανοί σπάζουν τις πόρτες, μπαίνουν αγριεμένοι στα σπίτια, ξυπνούν τους ανθρώπους, τραβούν τους άντρες από τα κρεβάτια, αρπάζουν τα κάπως μεγάλα παιδιά. Δεν ακούγεται τίποτα άλλο πια εκτός από κραυγές και οιμωγές πόνου. Τους άντρες και τα κάπως μεγαλωμένα παιδιά τα οδηγούν μέσα από τους λασπωμένους δρόμους εκεί που έχουν μαντρώσει από πριν και όσους είχαν φέρει μαζί τους από το Σταυρό. Όλοι αρχίζουν και καταλαβαίνουν τη φριχτή πραγματικότητα.
Για την τελική πράξη του δράματος έχουν επιλεγεί δύο διαφορετικοί τόποι θυσίας, ένας για το κάθε χωριό. Η μία ομάδα των μελλοθάνατων δεν βλέπει και δεν ακούει την άλλη. Τα χωριά απέχουν το ένα από το άλλο μερικές εκατοντάδες μέτρα, σχεδόν κοντά στο χιλιόμετρο.

Τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες σπρώχνονται προς την αντίθετη κατεύθυνση, απομακρύνονται από τους τόπους των εκτελέσεων. Μαζί τους βρίσκονται ο παπάς, ο δάσκαλος και ένας δασικός υπάλληλος, ο Νίκος Ευθυμίου. Οι γυναίκες έχουν κιόλας ψυχανεμιστεί το μεγάλο κακό. Κλαίνε, τραβάνε τα μαλλιά τους, σκίζουν με βουβό σπαραγμό τα μάγουλά τους. Τα ματώνουν.

Οι Γερμανοί έχουν στήσει σε κάθε επιλεγμένο τόπο θυσίας τρία πολυβόλα. Φροντίζουν τα πυρά τους να 'ναι διασταυρωμένα, να μην γλιτώσει κανείς, να μην ξεφύγει η ζωή από το θανατερό τους φίλημα. Από τη μάζωξη του επάνω χωριού θα ξεχωρίσουν κάποιο παιδί που τους φάνηκε κάπως μικρό και θα το στείλουν πίσω με τα άλλα γυναικόπαιδα, για να ζήσει αλλά και για να θυμάται. Όμως υπάρχουν κι άλλα παιδιά που πρόλαβαν κάπως και μεγάλωσαν ή δείχνουν κάτι τέτοιο και που τώρα βαδίζουν προς το θάνατο. Ύστερα, μερικοί γερμανοί στρατιώτες θα αρχίσουν να δένουν τους συγκεντρωμένους. Τους λένε να απλωθούν, όσο τους επιτρέπουν τα σχοινιά, να μη μαζεύονται ένα σωρό, να μη γίνονται ένα κουβάρι, να μη χώνεται ο ένας πίσω από τον άλλο.
Όλοι έχουν δει κιόλας τα σκοτεινά στόμια των πολυβόλων, τους σκοπευτές, τις περασμένες κορδέλες με τις σφαίρες. Μερικοί τρέμουν, μερικοί φοβούνται και μερικοί άλλοι θυμούνται πως κάποιον θα πρέπει να αποχαιρετήσουν, κάποιον να ξαναδούν για να του εμπιστευτούν τις τελευταίες τους κουβέντες. Δεν πρόλαβαν να πουν τίποτα στις γυναίκες, στις μάνες, στις αδερφές, να σηκώσουν ψηλά έστω για τελευταία φορά ένα μωρό να τ' αποχαιρετήσουν. Τα σπίτια, τα χωριά τους, το βίος τους είναι κι αυτά λίγο πιο πέρα και άρχισαν κιόλας να καίγονται. Τεράστια μαύρα σύννεφα καπνού παίρνουν τον ανήφορο κατά το μουσκεμένο ουρανό. Και μαζί μ' αυτά και μια κατακόκκινη φωτοβολίδα, σημάδι θανάτου που θα πρέπει να σημάνει την έναρξη του ανθρώπινου θερισμού. Ύστερα τα πολυβόλα σαρώνουν την απροστάτευτη ζωή.
Ο τόπος γεμίζει αίματα και κραυγές απόγνωσης μέχρι να έρθει η απόλυτη σιγή και οι φονιάδες να αρχίσουν να τριγυρνούν ανάμεσα στους νεκρούς, τις λάσπες και τα αίματα για να δώσουν τις χαριστικές βολές. Οι περισσότεροι από αυτούς θα λερώσουν και με αίμα τις λασπωμένες μπότες τους. Μετά θα φέρουν τους γέρους να θάψουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους και αυτοί θα καθίσουν στην άκρη να κάνουν τσιγάρο..

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου