Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Γιατί (;) οι ΗΠΑ τράβηξαν το χαλί στον Ερντογάν;


Σε μία χώρα όπως η Τουρκία και η πριν από αυτήν Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου η διαφθορά ήταν ανέκαθεν ένα ενδημικό φαινόμενο, ήταν πασίγνωστο το γεγονός ότι οι καταγγελίες για διαφθορά που είχαν να εμφανισθούν από το 2008 οφείλονταν κατά κύριο λόγο στην καθυπόταξη των ΜΜΕ της χώρας από το καθεστώς Ερντογάν, μέσω μιας σειράς ενεργειών όπως η αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος, οι εξαντλητικές ποινές-πρόστιμα σε αντιπολιτευόμενες εφημερίδες, οι απηνείς διώξεις δημοσιογράφων κ.ά. και όχι στην περίφημη ισλαμική ηθική που υποτίθεται ότι ακολουθούσε η κυβέρνηση του ΑΚΡ.

Οπως συμβαίνει σε τέτοιες καταπιεστικές καταστάσεις, το ταμπού αυτό έσπασε απότομα και μάλιστα με έναν θόρυβο που προκάλεσε πραγματικό σεισμό στην Τουρκία, με τις καταγγελίες για διαφθορά τεσσάρων υπουργών της κυβερνήσεως, του επικεφαλής της κρατικής τράπεζας Halkbank και τη σύλληψη 52 συνολικώς ατόμων (εκ των οποίων τρεις γιοι υπουργών) σε τρεις διαφορετικές υποθέσεις διαφθοράς. Κεντρικό πρόσωπο στην τεράστια αυτή υπόθεση διαφθοράς ο Ιρανοαζέρος επιχειρηματίας Ρεζά Ζαράμπ (που μετά την απόκτηση τουρκικής υπηκοότητας μετονομάσθηκε σε Ριζά Σαράφ), ο οποίος μοίρασε «μίζες» συνολικού ύψους 63.000.000 δολαρίων σε τρεις υπουργούς: 51.500.000 στον υπουργό Οικονομίας Ζαφέρ Τσαγκλαγιάν, 10.000.000 στον υπουργό Εσωτερικών Μουαμέρ Γκιουλέρ και 1.500.000 στον υπουργό για θέματα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Εγκεμέν Μπαγίς, γνωστό για την εν γένει χυδαία παρουσία του στον διεθνή χώρο και για τις ανθελληνικές κατά καιρούς δηλώσεις του.

Η δημοσιοποίηση (19 Δεκεμβρίου) ηχογραφημένων συνομιλιών και οπτικού υλικού από την «Ταράφ» σχετικών με τη δωροδοκία των υπουργών Γκιουλέρ και Μπαγίς και το γεγονός ότι από την επομένη της αποκαλύψεως του σκανδάλου (17 Δεκεμβρίου) τα ελεγχόμενα από τον Γκιουλέν ΜΜΕ άρχισαν να δημοσιεύουν στοιχεία για την υπόθεση, τα οποία υποτίθεται έπρεπε να μείνουν μυστικά, καθώς επίσης και το γεγονός ότι η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη ως γνωστόν ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από το κίνημα Γκιουλέν, προκάλεσαν την άμεση αντίδραση της κυβερνήσεως Ερντογάν. Η τελευταία, χωρίς να τον αναφέρει ονομαστικά, απέδωσε τις διαρροές αυτές στον Γκιουλέν (που ως γνωστόν διαμένει μονίμως στις ΗΠΑ) στο πλαίσιο μίας συνωμοσίας «εγχώριων και διεθνών παραγόντων», υπονοώντας την Αμερική, χωρίς φυσικά να παραλείψει να κατηγορήσει και τον συνήθη ύποπτο, το Ισραήλ.

Η όλη υπόθεση ερμηνεύτηκε εν πολλοίς και μάλλον ορθώς ως μία σύγκρουση μεταξύ των δύο Ισλαμιστών ηγετών, του πρωθυπουργού Ερντογάν και του Φετουλάχ Γκιουλέν, εκ του γεγονότος κυρίως ότι η κυβέρνηση του ΑΚΡ αποφάσισε το κλείσιμο των φροντιστηρίων του Γκιουλέν (προετοιμάζουν μαθητές για την είσοδό τους στα πανεπιστήμια), τα οποία αποτελούν μία τεράστια πηγή εσόδων για το κίνημα Γκιουλέν και ταυτόχρονα χώρο στρατολογήσεως οπαδών του.

Μία άλλη διάσταση, όμως, φαίνεται να έχει την ίδια αν όχι και μεγαλύτερη σημασία. Αυτή είναι η έντονη πλέον δυσαρέσκεια και αντίδραση των Αμερικανών απέναντι στον Ερντογάν, εκ του γεγονότος ότι μία με τις τρεις υποθέσεις διαφθοράς είχαν να κάνουν με τη διευκόλυνση του Ιράν μέσω της Halkbank να αποκτά τα οικονομικά μέσα για την υπέρβαση των προβλημάτων που προκαλεί το αμερικανικό εμπάργκο για οικονομικές συναλλαγές με το Ιράν, μέσω της παράνομης διακινήσεως χρυσού, με την οποία χρηματοδοτείτο, μεταξύ άλλων, και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Σύμφωνα με στοιχεία της Αστυνομίας που υπεβλήθησαν στον εισαγγελέα, η υπόθεση αυτή οργανώθηκε από τον Ζεράμπ (Σαράφ) με σκοπό να παρακαμφθούν οι ερωτήσεις που επιβάλλονται από το σύστημα Swift για τη διακίνηση χρημάτων και υλοποιήθηκε με την ίδρυση εταιριών-βιτρίνα. Τα χρήματα των Ιρανών μεταφέρονταν με εμβάσματα με βάση πλαστά έγγραφα σε τραπεζικούς λογαριασμούς και καταθέτονταν σε ονόματα εταιριών με πρόσχημα την κάλυψη εισαγωγής εμπορευμάτων από την Κίνα. Τα χρήματα αυτά μεταβιβάζονταν αμέσως σε λογαριασμούς πραγματικών ή εταιριών-βιτρίνα στη Halkbank ως δήθεν πληρωμές εμπορευμάτων, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιούντο για αγορά χρυσού, ο οποίος στη συνέχεια στελνόταν μέσω μεταφορέων στο Ιράν ή στο Ντουμπάι, από όπου προωθούντο στο Ιράν. Με τον τρόπο αυτό το Ιράν κάλυπτε τις πιεστικές του ανάγκες σε συνάλλαγμα και τη χρηματοδότηση, μεταξύ άλλων, και του πυρηνικού του προγράμματος.

Μία ένδειξη της εκτάσεως αυτής της πρακτικής είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η έρευνα των τουρκικών Αρχών και απέκτησε η (ανήκουσα στον Γκιουλέν) «ΖΑΜΑΝ» από πηγές της Αστυνομίας της Κωνσταντινουπόλεως, ο Ζεράμπ φέρεται ότι διακίνησε παράνομα, κυρίως από το Ιράν, ποσά που ανέρχονταν σε 119 δισεκατομμύρια δολάρια!

Η κόντρα με τον Αμερικανό πρέσβη, η απειλή της απέλασης και η απάντηση

Οπως θα ενθυμούνται οι αναγνώστες της «κυριακάτικης δημοκρατίας», έναν χρόνο πριν και συγκεκριμένως στο φύλλο της 9ης Δεκεμβρίου 2012, σε άρθρο μας με τίτλο «Πώς η Αγκυρα βοηθάει (με χρυσό) την Τεχεράνη να ξεπερνά το εμπάργκο» είχε γίνει λεπτομερής αναφορά στο θέμα της παράνομης διακινήσεως χρυσού από την Τουρκία στο Ιράν και είχαν αναφερθεί οι αντιδράσεις και τα μέτρα των Αμερικανών για να δοθεί τέρμα στην κατάσταση αυτή. Παράλληλα με τα μέτρα αυτά, μεταξύ των οποίων ήταν και η ψήφιση ενός νόμου με τον οποίο εκτός από δολάρια απαγορευόταν και η πώληση στο Ιράν πολύτιμων μετάλλων, η αμερικανική πλευρά προέβη και στις ανάλογες προειδοποιήσεις προς την τουρκική πλευρά, οι οποίες προφανώς αγνοήθηκαν.

Ετσι εξηγείται και αναφερόμενη από τις φιλοκυβερνητικές τουρκικές εφημερίδες συνομιλία που είχε ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία Ricciardone με τον πρέσβη της Ε.Ε. στην Αγκυρα, την ίδια ημέρα που αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο, σύμφωνα με την οποία του είχε πει ότι «η Ουάσινγκτον τους είχε προειδοποιήσει, αλλά δεν μας άκουσαν. Θα δεις τώρα την πτώση της αυτοκρατορίας», εννοώντας προφανώς το καθεστώς Ερντογάν.

Ο Ερντογάν, χωρίς να αναφερθεί καθόλου στην αλήθεια ή μη των καταγγελιών, απείλησε εμμέσως τον Ricciardone με απέλαση σε ομιλία του προς οπαδούς του κόμματός του στη Σαμψούντα: «Κοιτάξτε τις τελευταίες λίγες μέρες, έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Πρέσβεις εμπλέκονται σε προκλητικές ενέργειες. Τους καλώ από τη Σαμψούντα: Κοιτάξτε τη δουλειά σας. Εάν ξεπεράσετε τα όρια της δουλειάς σας, τότε αυτό θα πάει τόσο μακριά ώστε να περιπέσετε στην ευθύνη της κυβερνήσεώς μας. Δεν μας αναγκάζει κανείς να σας κρατήσουμε στη χώρα μας».

Η απάντηση του Αμερικανού πρέσβη ήταν άμεση μέσω του τουίτερ της πρεσβείας, στην οποία αποκάλεσε ως δυσφημιστική την αποδιδόμενη σε αυτόν συνομιλία και πρόσθεσε: «Κανείς δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις με αβάσιμους ισχυρισμούς (σ.σ.: με αρκετούς να βλέπουν στη διατύπωση αυτή τον ίδιο τον Ερντογάν, ξέχωρα από την Τουρκία). Η φιλία και συνεργασία μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας είναι ζωτικής σημασίας και για τις δύο πλευρές».

Το κίνημα του (σκοτεινού) Φετουλάχ Γκιουλέν

Το κύριο θέμα πάντως που τίθεται είναι η διαμάχη Ερντογάν και Γκιουλέν, οι εξελίξεις της οποίας και η τελική της έκβαση θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην εσωτερική κατάσταση της Τουρκίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν όλοι οι Τούρκοι και ξένοι αρθρογράφοι, που φρονίμως ποιούντες δεν σπεύδουν να βγάλουν συμπεράσματα, θέτουν άμεσα ή έμμεσα το ερώτημα εάν η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει στο τέλος της εποχής Ερντογάν. Και είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι το ίδιο ερώτημα έθεσε σε τίτλο άρθρου του της 20ής Δεκεμβρίου («Το τέλος του Ερντογάν;») ο διακεκριμένος αρθρογράφος του Foreign Policy και του Ιδρύματος για την Προστασία της Δημοκρατίας John Hannah, στο οποίο αναφέρεται εμπεριστατωμένα στην έντονη πλέον δυσαρέσκεια των Αμερικανών για τον Ερντογάν.

Το τι είναι πιο επικίνδυνο για τον Τούρκο πρωθυπουργό, το κίνημα Γκιουλέν ή η αμερικανική δυσαρέσκεια, που έχει τεράστια ποικιλία μέσων για να εκδηλωθεί και δη καταλυτικά, απομένει να αποδειχθεί.

Μάνος Ηλιάδης
από εφημ.δημοκρατία

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου