Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

ΜΕΓΑ ΤΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΡΑΤΟΣ. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΥΣ ΑΗΤΤΗΤΟΥΣ.


«Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΣ


Τίποτα δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα το μέγεθος της προσφοράς, την προστασία που παρείχε, αλλά και την ισχύ που πάντα έδινε στους Έλληνες το πολεμικό τους ναυτικό, από τη φράση του Περικλή «Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος», που αναγράφεται στο θυρεό (έμβλημα με τη μορφή ασπίδας) του σύγχρονου Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Μία φράση που ειπώθηκε για να καταδείξει στους Αθηναίους ότι χάρις στις πολεμικές τους τριήρεις, μπορούσαν να απολαμβάνουν τα υλικά και πνευματικά αγαθά της Δημοκρατίας τους. Η συγκεκριμένη παράδοση, παρότι πέρασαν σχεδόν 2.500 χρόνια από τότε, δεν χάθηκε ποτέ. Αντίθετα εξακολουθεί και υφίσταται μέσα από τους ανθρώπους του Πολεμικού Ναυτικού, οι οποίοι συνεχίζουν πάνω στα «ξύλινα τείχη» να υπερασπίζονται τους βωμούς και τις εστίες του έθνους, τα ιδανικά του πολιτισμού και της δημοκρατίας, αλλά πάνω απ’ όλα το δικαίωμα των Ελλήνων να συνεχίσουν να υπάρχουν ελεύθεροι και ανεξάρτητοι.

Όποτε εξάλλου χρειάστηκε η πατρίδα το Πολεμικό Ναυτικό, εκείνο δήλωνε δυνατά παρόν, ορθώνοντας το ανάστημά του σχεδόν πάντα ενάντια σε υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις. Και πάντα, σαν κάθε φορά να επαναλαμβανόταν η βιβλική μάχη μεταξύ Δαυίδ και Γολιάθ, ήταν εκείνο που έβγαινε νικητής.

Πότε αντιμετωπίζοντας τις αρμάδες των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, πότε εξασφαλίζοντας την κυριαρχία στη θάλασσα την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, πότε υπερασπιζόμενο την επανάσταση του έθνους το 1821, πότε συγκρατώντας τον Οθωμανό εχθρό το 1912, πότε δίνοντας τιτάνιες μάχες εναντίον του φασισμού το 1940 και πότε πολύ απλά υπερασπιζόμενο τις δημοκρατικές δομές του κράτους το 1973, οι άνθρωποι που υπηρετούσαν στον ελληνικό πολεμικό στόλο είχαν ένα κοινό παρονομαστή: ήταν όλοι τους γενναίοι, αγαπούσαν την πατρίδα τους και ήταν πρόθυμοι ακόμη και να πεθάνουν για τις ιδέες και τα ιδανικά τους.
Η σύγχρονη ιστορία του Πολεμικού μας Ναυτικού ξεκινάει με την ανασύσταση του ελληνικού κράτους λίγο μετά την Επανάσταση του 1821. Ένα από τα πρώτα μελήματα των επαναστατών, το Μάρτιο του 1822, ήταν η ίδρυση του υπουργείου Ναυτικών. Οι Έλληνες θα νικηθούν αρκετές φορές στη ξηρά αλλά ποτέ στη θάλασσα. Μόνο τυχαίο δεν είναι εξάλλου το γεγονός ότι ακόμη και η ίδια η ελληνική ανεξαρτησία εκεί κατακτήθηκε, στη θάλασσα, με τη ναυμαχία του Ναβαρίνου.

Η ιστορία του στόλου του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους αρχίζει από της ανεξαρτησίας του επί Βασιλέως Όθωνα, υπό του οποίου πρώτος υπουργός Ναυτικών διετέλεσε ο ναύαρχος Κωνσταντίνος Κανάρης. Το ισχυρότερο πλοίο του στόλου της μεταβατικής αυτής εποχής ήταν η (ναυπηγημένη στις ΗΠΑ και χρησιμοποιηθείσα στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο) φρεγάτα «Ελλάς» την οποία κατέλαβε και ανατίναξε επιτυχώς ο ναύαρχος Μιαούλης την 1η Αυγούστου 1831 κατά τη διάρκεια της τότε ανταρσίας του κατά του κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια.

Το 1833 το ελληνικό ναυτικό ονομάζεται «Βασιλικόν Ναυτικόν», ονομασία που θα διατηρήσει μέχρι το 1924. Η πρώτη ναυτική σχολή ιδρύθηκε το 1846 πάνω στην κορβέτα «Λουδοβίκος» και διευθυντής της ορίστηκε ο Λεωνίδας Παλάσκας. Είναι δε εντυπωσιακό το γεγονός ότι επικρατούσα γλώσσα μεταξύ των πληρωμάτων την εποχή εκείνη ήταν τα φραγκολεβαντίνικα: ο τότε αρχίατρος του στόλου μάλιστα, Βαυαρός Θεόδωρος Ράινχολντ, εκδίδει βιβλίο για τη «Γλώσσα του Στόλου» με πλήθος τέτοιων λέξεων πιστεύοντας ότι πρόκειται για πελασγικά!

Το 1878 επί βασιλέως Γεωργίου Α΄ ιδρύθηκε η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων με διευθυντή τον Ηλία Κανελλόπουλο. Το 1907 ιδρύθηκε το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού με πρώτο Αρχηγό το Ναύαρχο Γεώργιο Κουντουριώτη. Με την έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου ο Ναύαρχος Παύλος Κουντωριώτης επί του θωρηκτού «Αβέρωφ» πρωτοστάτησε στην απελευθέρωση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, και με τις δύο αποφασιστικές ναυμαχίες της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912) και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913) απέκρουσε τις απόπειρες εξόδου του Οθωμανικού Στόλου από τα Δαρδανέλλια, τρέποντάς τον σε φυγή και εξαναγκάζοντάς τον να επιστρέψει και να κλειστεί στα στενά, εξασφαλίζοντας την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο για τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Με την ανασύσταση της βασιλείας στην Ελλάδα το 1936, το Ελληνικό Ναυτικό θα επανέλθει στην ονομασία Βασιλικόν Ναυτικόν, μέχρι την οριστική κατάλυση της βασιλείας το 1974.
Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Εξαιρετικά σημαντική ήταν επίσης η συνεισφορά του Πολεμικού μας Ναυτικού στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η κήρυξη του οποίου εναντίον της χώρας μας αρχίζει, έστω και ανεπίσημα, με τη βύθιση του «Έλλη» στο λιμάνι της Τήνου από το ιταλικό υποβρύχιο «Delfin» στις 15 Αυγούστου 1940. Το Πολεμικό Ναυτικό θα ανταποκριθεί στο ρόλο του καταφέρνοντας ποικίλα πλήγματα στους Ιταλούς, μέχρι και την είσοδο της Γερμανίας στον πόλεμο. Θέτοντας σε εφαρμογή το σχέδιο Μπαρμπαρόσα, τα αεροσκάφη της Luftwaffe, ξεκινώντας από τις βάσεις στο βουλγαρικό έδαφος, άρχισαν ανελέητη επίθεση εναντίον των ελληνικών πολεμικών και εμπορικών πλοίων, καθώς και των εγκαταστάσεων στην ξηρά σε όλη τη χώρα.

Ο απολογισμός για το στόλο ήταν τραγικός: είκοσι πέντε πλοία κάθε κατηγορίας βυθίστηκαν στο διάστημα 4-25 Απριλίου 1941. Ο αρχηγός ΓΕΝ, ναύαρχος Α. Σακελλαρίου, λαμβάνει την απόφαση, ακολουθώντας την πολιτική ηγεσία της χώρας, για συνέχιση του αγώνα. Αρχίζει έτσι η σταδιακή αποχώρηση των πλοίων που απέμειναν, αρχικά προς τη Σούδα της Κρήτης και έπειτα στην Αλεξάνδρεια. Στο τέλος του Απρίλη του 1941, στον όρμο της Αλεξάνδρειας βρίσκονταν δεκαεπτά ελληνικά πλοία (ένα θωρηκτό, έξι αντιτορπιλικά, τρία τορπιλοβόλα, πέντε υποβρύχια και ένα βοηθητικό), τα μόνα που ενώθηκαν με τον αγγλικό στόλο και που αποτελούσαν το μόνο ελεύθερο ελληνικό έδαφος. Στη διάρκεια του πολέμου οι άνδρες του Π.Ν. γέμισαν πολλές σελίδες δόξας στο «βιβλίο της Ιστορίας».

Ενδεικτικά να αναφέρουμε το κατόρθωμα του αντιτορπιλικού «Αδρίας», που, παρότι χτυπημένο από νάρκη και έχοντας χάσει την πλώρη του, στις επιχειρήσεις κοντά στην Κάλυμνο τον Οκτώβριο του 1943 κατάφερε να γυρίσει στη βάση του στην Αλεξάνδρεια: το «Αδρίας», αμυνόμενο με τα πυροβόλα της πρύμνης, κατέπλευσε στον κόλπο Gümüşlük της Τουρκίας, επισκευάστηκε πρόχειρα και απέπλευσε για την Αλεξάνδρεια, διαπλέοντας περίπου 400 ναυτικά μίλια, χωρίς την πλώρη του σκάφους, γενόμενο δεκτό κατά τον κατάπλου με επευφημίες από τα συμμαχικά πληρώματα.

Ετοιμοπόλεμες ήταν επίσης οι δυνάμεις του Π.Ν. και κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, αν και οι εντολές μίας ολοκληρωτικής εμπλοκής με τις τουρκικές ναυτικές δυνάμεις δεν δόθηκαν ποτέ… Ενδεικτικά να σημειώσουμε όμως ότι ο φόβος που έτρεφαν οι Τούρκοι για τον ελληνικό στόλο ήταν τέτοιος, που όταν το αρματαγωγό «Λέσβος», με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Ελευθέριο Χανδρινό αποβίβασε στην Πάφο τη δύναμη της ΕΛΔΥΚ, που μόλις είχε παραλάβει για την Ελλάδα, παρερμηνεύτηκε από τους Τούρκους ότι δήθεν γίνεται απόβαση του ελληνικού στόλου με αποτέλεσμα τα τουρκικά αεροσκάφη να βυθίσουν ένα τουρκικό αντιτορπιλικό και να προξενήσουν σοβαρότατες ζημίες σε ένα άλλο, ανησυχώντας μην καταληφθούν!

Το κίνημα κατά της δικτατορίας

Τα κατορθώματα όμως του Πολεμικού Ναυτικού δεν σχετίζονταν μόνο με την υπεράσπιση της χώρας από εξωτερικούς εχθρούς, αφού όποτε χρειάστηκε οι αξιωματικοί του δεν δίστασαν να δώσουν μάχη και για τα δημοκρατικά ιδεώδη. Μόνο τυχαίο δεν είναι εξάλλου το γεγονός ότι στις τάξεις των πραξικοπηματιών της χούντας του 1967 δεν υπήρχαν αξιωματικοί του Π.Ν.

Αντίθετα με την έλευση της χούντας ένας από τους πρώτους που διαμαρτυρήθηκε ήταν ο αρχηγός του ΓΕΝ, αντιναύαρχος Εγκολφόπουλος, ο οποίος παραιτήθηκε. Εν συνεχεία η Χούντα, μέσα στους επόμενους μήνες, αποστράτευσε 61 αξιωματικούς λόγω των πολιτικών φρονημάτων τους. Η πρώτη αντίδραση του Ναυτικού ήταν να στηρίξουν το αντικίνημα του βασιλιά, στις 13 Δεκεμβρίου του 1967. Ακολούθησαν άλλες δύο απόπειρες απαγωγής του Παπαδόπουλου, οι οποίες όμως απέτυχαν εξαιτίας εξωγενών παραγόντων.

Από το 1969 αρχίζει η προετοιμασία και η οργάνωση του κινήματος με κύριο πυρήνα την τάξη του 1948. Η οργάνωση, εκτός από αξιωματικούς του Ναυτικού, μύησε και μερικούς αξιωματικούς της Αεροπορίας αλλά και του Στρατού. Σκοπός του κινήματος ήταν η εξέγερση του λαού η οποία θα οδηγούσε στην απαλλαγή από τη δικτατορία.

Την άνοιξη του 1973 όλα ήταν έτοιμα. Το κίνημα θα εκδηλωνόταν στις πρώτες ώρες της 23ης Μαΐου. Τις βραδινές ώρες της 21ης Μαΐου υπήρξαν οι πρώτες ενδείξεις ότι το κίνημα είχε προδοθεί. Οι κυβερνήτες των πλοίων διστάζουν να αποπλεύσουν, ακολουθώντας το σχέδιο (το οποίο ήταν περίπου γνωστό στη Χούντα). Στις 23 Μαΐου οι αξιωματικοί τίθενται υπό περιορισμό, ενώ οι πρώτες συλλήψεις δεν αργούν να γίνουν. Στις 25 Μαΐου το πολεμικό πλοίο «Βέλος» με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Νικόλαο Παπά παίρνει την απόφαση να αποχωρίσει από την άσκηση του ΝΑΤΟ και να καταπλεύσει στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας, όπου ο κυβερνήτης και το πλήρωμά του ζήτησαν πολιτικό άσυλο.

Τη σημασία των γεγονότων στο Ναυτικό προέβαλλαν έντονα οι ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί στα ελληνικά προγράμματα και η πληροφορία περί ανταρσίας του «Βέλος» κυριάρχησε στη διεθνή ειδησεογραφία για πολλές ημέρες. Σύμφωνα με τη χούντα, πολιτικός σύμβουλος των Κινηματιών ήταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ. Στις 19 Μαΐου παραδόθηκε στους Κινηματίες σχέδιο Διαγγέλματος, το οποίο θα απηύθυναν από τη Σύρο. Ένας ακόμη πολιτικός, ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, είχε αναλάβει να ενισχύσει του κινηματίες με οικονομική βοήθεια για την παροχή βοήθειας στις οικογένειες των μόνιμων αξιωματικών υπηρετούντων στα πλοία τα οποία σχεδίαζαν να καταλάβουν οι τελευταίοι.

Το καθεστώς θεώρησε εμπλεκόμενο και το βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ και αμέσως μετά, την 1η Ιουνίου 1973, κατάργησε τη βασιλεία και ανακήρυξε Προεδρική Δημοκρατία. Το Κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού, η σημαντικότερη ίσως αντίσταση μέχρι τότε, οργανώθηκε με σκοπό μόνο την απελευθέρωση του κράτους και όχι μιας απλής αντικατάστασης των δικτατόρων.

Ουσιαστικά εξέφραζε το λαό, αφού ήταν μια επανάσταση του στόλου και δεν ήταν καθοδηγούμενη από κανένα πολιτικό πρόσωπο ή συμφέρον. Το σημαντικότερο όμως αποτέλεσμα ήταν η ανανέωση της αντίστασης, αφού από το 1971 η δικτατορία είχε δώσει την αίσθηση ότι είχε εδραιωθεί και ότι όλες οι ένοπλες δυνάμεις ήταν με το μέρος της. Αυτός όμως ο μύθος καταρρίφθηκε με την εκδήλωση του κινήματος και γέμισε με θάρρος τον ελληνικό λαό
Οι συμμετέχοντες
Ιδρυτική ομάδα: Οι αντιπλοίαρχοι Παναγιώτης Μάλλιαρης, Αλέξανδρος Παπαδόγγονας, Νίκος Παππάς, Αθ. Σέκερης και Πιέρος Παναγιωταρέας. Μεταξύ των πρώτων που μπήκαν στο κίνημα ήταν ο πλοίαρχος Σ. Σούλης, οι αντιπλοίαρχοι: Ι. Βασιλειάδης, Δ. Τρουπάκης, Α. Τριανταφυλλίδης, Α. Θεοχάρης, Γ. Καραμήτσος και Μ. Παπαθανασίου, οι πλωτάρχες: Ι. Σταθόπουλος, Ι. Θεοφιλόπουλος, Γρ. Δεμέστιχας, Κ. Δημητριάδης, Ι. Λαφογιάννης, Α. Τζιοβαρίδης, Ν. Βασιλείου, Τιμ. Μασούρας, Ιω. Μανιάτης, Κ. Καταγάς, Ευάγγ. Μπακόπουλος, Ν. Μανταδάκης και οι υποπλοίαρχοι Ν. Θεμελίδης και Ιω. Βουραζέρης. Άλλοι μυημένοι: Γεώργιος Σέκερης, επισμηναγός Ν. Στάππας, σμήναρχος Κ. Κοκκινίδης, αντισμήναρχος Δ. Αποστολάκης, αντισμήναρχος Δ. Χριστάκος, σμήναρχος Γ. Παπαδόπουλος, απότακτος σμήναρχος Γ. Βαγιακάκος, ταγματάρχης Σπύρος Μουστακλης, λοχαγός Αλέξανδρος Ζαρκάδας, ίλαρχος Μιχαήλ Βαρδάνης, Γ. Σίδερης, Ι. Μανιάτης, Τ. Μασούρας, Ε. Λαγάρας, Ν. Βασιλείου και Η. Δρίκος. Επίσης οι πλωτάρχες: Γ. Γκινής, Ι. Στάγκας, Μ. Σταυριανάκης, Ευ. Καναβαριώτης, Αθ. Βέννης, Ι. Παλούμπης, Ευ. Σακελλαρίου, Β. Στεργίου, Απ. Βασιλειάδης, Αγγ. Χρυσικόπουλος. Οι υποπλοίαρχοι: Χριστ. Τουρβάς, Εμμ. Μπουζάκης, Ι. Ζωγράφος, Ν. Ηλιόπουλος, Β. Γιαννακάκος, Εμμ. Ζαρόκωστας. Οι μηχανικοί πλωτάρχες: Αν. Δεσύλλας, Δ. Τομαράς, Εμμ. Λεωνίδας, Γ. Παλιός, Εμμ. Ησαΐας, Ευστρ. Αργυρόπουλος. Ο αντιπλοίαρχος Κολιγιάννης, ο πλοίαρχος Σταύρος Αργυρίου, ο υποπλοίαρχος Π. Παπαδόπουλος και ο ανθυποπλοίαρχος Κασιμάτης.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου