Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1956 ΑΠΑΓΧΟΝΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΓΛΟΥΣ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΚΟΣ, ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΜΙΧΑΗΛ: ΑΘΑΝΑΤΟΙ

Απαγχονίστηκαν μαζί στις 9 Αυγούστου 1956:
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΚΟΣ, ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΜΙΧΑΗΛ.
Είναι θαμμένοι στα ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΜΝΗΜΑΤΑ.



Τρεις νέοι Έλληνες και μπροστά τους μόνο η αγχόνη και το φως της λευτεριάς που δεν μπορούσαν να του αντισταθούν. Ανδρέας Ζάκος, Ιάκωβος Πατάτσος, Χαρίλαος Μιχαήλ.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΛΥΓΙΣΕΙ Η ΑΓΧΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΓΛΩΝ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΚΟΣ
Ο Ανδρέας Ζάκος φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Λεύκας και στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας και αποφοίτησε από την Ελληνική Σχολή Σολέας. Από παιδί του άρεσε να μελοποιεί στίχους, εκφράζοντας έτσι το πηγαίο μουσικό αίσθημα που τον διέκρινε.
Ήταν αγνός και ενθουσιώδης ιδεολόγος. Φιλοσοφούσε τη ζωή, λέγοντας ότι, αν είναι να προσφέρει ο άνθρωπος τη ζωή του για τα πιστεύω του, αξίζει να το κάνει ενόσω είναι νέος.
Εργαζόταν ως σχεδιαστής στην Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία. Αγωνίστηκε σκληρά για τα δίκαια των εργαζομένων και πέτυχε, με τις προσπάθειές του, να συντονίσει τις δραστηριότητες των εθνικοφρόνων σωματείων των γύρω χωριών για εθνική δράση. Η εθνική του προσφορά ξεκίνησε αμέσως μετά το 1950 με ενέργειες που αποσκοπούσαν στην τόνωση του εθνικού φρονήματος του λαού.
Ο μεγαλύτερός του αδελφός Γεώργιος υπήρξε ένας από τους πυρήνες της ΠΕΟΝ, μια από τις προεπαναστατικές ενέργειες της οποίας ήταν και η δολιοφθορά στα ηλεκτροφόρα καλώδια της Αρχής Ηλεκτρισμού, με αποτέλεσμα τη συσκότιση της Λευκωσίας και τη διάλυση των εορταστικών εκδηλώσεων για τη στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ στο Κυβερνείο το Μάιο 1953. Ο Γιώργος προσπαθούσε να κρατήσει μακριά από τα μυστικά της Οργάνωσης το φλογερό αδελφό του Ανδρέα, ο οποίος όμως εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ με το ξεκίνημα του αγώνα και όργωσε την περιοχή Λεύκας-Πύργου, ετοίμασε κρησφύγετα και στρατολόγησε άνδρες ως μέλη της ΕΟΚΑ. Για να μπορεί απερίσπαστα να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αγώνα, ο Ανδρέας κατέφυγε σε ανταρτική ομάδα στην περιοχή της Γαληνής, όπου επιδόθηκε σε αναγνωρίσεις στόχων για μελλοντικές επιθέσεις και δολιοφθορές, σύμφωνα με οδηγίες του Αρχηγού Διγενή. Στην επίθεση της 15ης Δεκεμβρίου 1955 στην τοποθεσία Μερσινάκι, κατά την οποία έπεσε ο Χαράλαμπος Μούσκος, ο Ανδρέας Ζάκος συνελήφθη πληγωμένος μαζί με το Χαρίλαο Μιχαήλ, καταδικάστηκαν σε θάνατο και απαγχονίστηκαν στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας μαζί με τον Ιάκωβο Πατάτσο.
Ως τελευταία χάρη, πριν από τον απαγχονισμό του, ζήτησε και άκουσε μουσική Μπαχ και Μπετόβεν. Γράφει σχετικά στον αδελφό του Γιώργο:

"Η ώρα του θανάτου πλησιάζει, μα στην ψυχή μας φωλιάζει ηρεμία. Τη στιγμή αυτή ακούμε την Ηρωική Συμφωνία του Μπετόβεν. Στη θέση που βρισκόμαστε τώρα ούτε με το μικροσκόπιο δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε πού υπάρχει τραγωδία στο θάνατο..."

ΠΑΤΑΤΣΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ
Ο Ιάκωβος Πατάτσος τελείωσε το δημοτικό σχολείο "Ελένειο" στη Λευκωσία και ήταν απόφοιτος της Σχολής Σαμουήλ. Εργαζόταν ως γραφέας στον Οίκο Παρασκευαΐδη. Ήταν μέλος της ΟΧΕΝ και εντάχθηκε στον Αγώνα πριν από το 1955. Με την έναρξη του αγώνα κατατάχθηκε σε ομάδες ρίψης βομβών και αργότερα στο εκτελεστικό Λευκωσίας. Λόγω όμως των θρησκευτικών του πεποιθήσεων προβληματιζόταν να λάβει μέρος σε εκτελέσεις.

Η δράση του στον αγώνα συνταυτιζόταν με τη θρησκεία και ό,τι έκαμνε το έκαμνε, επειδή πίστευε ότι και η ελευθερία είναι δώρο του Θεού.
Τον Ιανουάριο του 1956 συνεργάστηκε με το Σταύρο Στυλιανίδη και άλλα στελέχη της ΕΟΚΑ στην κατασκευή και τοποθέτηση βόμβας στις 20 Μαρτίου 1956 στο κρεβάτι του Κυβερνήτη Χάρντιγκ. Στις 23 Απριλίου 1956 ανέλαβε με το συναγωνιστή του Γεώργιο Παλαιολόγο την εκτέλεση ενός προδότη αστυνομικού, εναντίον του οποίου έγινε και προηγουμένως ανεπιτυχής απόπειρα. Η επίθεση έγινε έξω από τον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Σεραγίου Λευκωσίας. Η προσπάθεια απέτυχε και ο Ιάκωβος, που έπεσε από το ποδήλατό του βρέθηκε στο στόχαστρο Τούρκου ειδικού χωροφύλακα. Δεύτερος Τούρκος αστυνομικός, ο Νιχάτ Βασίφ, άρπαξε τον Ιάκωβο, οπότε ο Παλαιολόγος πυροβόλησε θανάσιμα τον Νιχάτ και τον ελευθέρωσε. Στη συνέχεια όμως το πλήθος των Τουρκοκυπρίων που προσέτρεξε τον ακινητοποίησε και συνελήφθη. Ο Παλαιολόγος κατέφυγε στο αντάρτικο και ο Πατάτσος κατηγορήθηκε για την εκτέλεση του Νιχάτ και οδηγήθηκε στην αγχόνη.
Κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης κράτησής του στα κελιά των μελλοθανάτων τόνωνε με τη θρησκευτική του πίστη τους άλλους κατάδικους, δημιουργώντας ατμόσφαιρα κατάνυξης και πνευματικής ανάτασης. Η βαθιά του θρησκευτικότητα αντανακλάται και στην τελευταία του επιστολή προς τη μητέρα του στην οποία έγραφε :
 "Αγαπημένη μου μητέρα, Χαίρε. Ευρίσκομαι μεταξύ αγγέλων. Το πνεύμα μου φτερουγίζει γύρω από το θρόνο του Κυρίου. Θέλω να χαίρεις όπως κι εγώ..."



ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
Ο Χαρίλαος Μιχαήλ τελείωσε το δημοτικό σχολείο Γαληνής και εργαζόταν στην Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία. Εντάχθηκε στον αγώνα της ΕΟΚΑ και υπηρέτησε μαζί με τα αδέλφια του και τον πατέρα του. Είχαν διασυνδέσεις με την ανταρτική ομάδα του Μάρκου Δράκου.
Ήταν αχώριστος φίλος και στενός συνεργάτης του Ανδρέα Ζάκου με τον οποίο κατέφυγε στο αντάρτικο στις 17 Νοεμβρίου 1955, επανδρώνοντας ανταρτική ομάδα στην περιοχή Γαληνής, αφού είχαν στο μεταξύ κατασκευάσει κρησφύγετα και λημέρια στην ορεινή αυτή περιοχή. Σε ένα μήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 1955, η ομάδα τους συνενώθηκε με την ομάδα του Μάρκου Δράκου για την ενέδρα στο Μερσινάκι, στο 38ο μίλι του δρόμου Λευκωσίας-Κάτω Πύργου, κοντά στους αρχαίους Σόλους. Στην επίθεση οι ήρωες της ΕΟΚΑ Χαρίλαος Μιχαήλ, Ανδρέας Ζάκος, Χαράλαμπος Μούσκος και Μάρκος Δράκος, μαζί με τέσσερις άλλους συναγωνιστές τους, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον εμπειροπόλεμο ταγματάρχη Κουμπ του αγγλικού στρατού και το δεκανέα Μόρουμ, ο οποίος σκοτώθηκε. Σκοτώθηκε επίσης και ο Χαράλαμπος Μούσκος. Ο Ανδρέας Ζάκος συνελήφθη βαριά τραυματισμένος. Μαζί του συνελήφθη και ο Χαρίλαος Μιχαήλ, ο οποίος δεν θέλησε να εγκαταλείψει τραυματισμένο το φίλο του. Και οι δυο τους καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν μαζί με τον Ιάκωβο Πατάτσο την Πέμπτη, 9 Αυγούστου 1956.
Το βράδυ της Τετάρτης, 8 Αυγούστου, λίγες μόνο ώρες πριν από την εκτέλεσή του, καλοδέχτηκε τη μάνα και τον πατέρα του στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας με το τραγούδι "Ξύπνα καημένε μου Ραγιά" και τους αποχαιρέτησε με αυτά τα λόγια :
" Έχω το θάρρος να πατήσω την αγχόνη, πατέρα. Εσύ, μάνα, να το έχεις ευχαρίστηση και να το κρατείς καύχημα που πεθαίνω για την πατρίδα."
Το ψυχικό σθένος με το οποίο αντιμετώπισε το θάνατο φαίνεται και στις δυο του επιστολές που έγραψε λίγο πριν από την εκτέλεσή του στις 7 και 8 Αυγούστου 1956.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου