Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Ένας Τούρκος λοχίας θυμάται

O Μουσταφά Ονγκάν, ένας Τούρκος λοχίας αφηγείται την εισβολή μέσα από τα δικά του μάτια. Μία από τις αφηγήσεις που ξεφεύγει από την γραμμή της Άγκυρας για επέμβαση που είχε σκοπό την απελευθέρωση των Τουρκοκυπρίων.
 



Ο Κούρδος δημοσιογράφος, Ρόνι Αλάσορ γεννήθηκε στο χωριό Γκιοβεντίκ, της επαρχίας Χινίς του Ερζερούμ. Ένα τόπο ιστορικό αφού, όπως αναφέρει στο βιβλίο του “Διαταγή: Εκτελέστε τους αιχμαλώτους” που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε αυτόν ζούσαν οι Αρμένιοι πριν την γενοκτονία του 1915.
 “Τα χρόνια που ακολούθησαν μετά την γενοκτονία των Αρμενίων το Χινίς αποτέλεσε τόπο εξορίας και εξολόθρευσης των Ελλήνων του Πόντου. (...) Και παρ' ότι πέρασαν πολλά χρόνια από την γενοκτονία των Αρμενίων και των Ποντίων, οι μνήμες είναι ακόμη ζωντανές μέσα από τις αφηγήσεις των πατεράδων και των παππούδων μας”.
Ο Ρόνι μεγάλωσε με τις μαρτυρίες ενός συγχωριανού του που πολέμησε στην “απελευθέρωση” της Κύπρου και τα δημοσιεύματα των τουρκικών εφημερίδων. Χρόνια μετά, όταν το 1980 λόγω του πραξικοπήματος διέφυγε στο εξωτερικό, άρχισε μεταξύ άλλων να ψάχνει την αλήθεια για το τι πραγματικά συνέβη στην Κύπρο.
 Ταξίδευσε αρκετά και συγκέντρωσε μαρτυρίες από Τούρκους στρατιώτες που έλαβαν μέρος στην εισβολή. Τις συγκέντρωσε και το 1999 τις συμπεριέλαβε στο βιβλίο του “Διαταγή: Εκτελέστε τους αιχμάλωτους (το 2001 κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη). Από εκεί το WE του news247 επέλεξε και παρουσιάζει την μαρτυρία του δεκανέα Μουσταφά Ονγκάν.

Αυτόπτης μάρτυρας Μουσταφά Ονγκάν (Ομαδάρχης)
Γεννήθηκα στο χωριό Άκντεμις (...)στις 16 Μαρτίου του 1953. Το Μάρτιο του 1974 κατατάχτηκα στον τουρκικό στρατό με την κλάση 53/1. (...) Επισήμως ήμουν δεκανέας όμως κατά την θητεία μου είχα αναλάβει καθήκοντα λοχία.
Είμαι καρδιοπαθής. Υποβλήθηκα πρόσφατα σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς και έχω ακόμη σοβαρά προβλήματα υγείας. Παρακαλώ να με συγχωρέσετε που δεν μπορώ να περιγράψω με λεπτομέρειες τα γεγονότα που έζησα στην Κύπρο. Θα σας διηγηθώ σύντομα κάποια πράγματα, γιατί δεν κάνει να συγκινούμαι.
Τον Ιούλιο του 1974 υπηρετούσα στην Άγκυρα. Ένα απόγευμα μάς ανακοίνωσαν ότι θα συμμετείχαμε τάχα σε κάποια νατοϊκή άσκηση. Όπως μας είπαν, η μονάδα μας έπρεπε να μετακινηθεί. Έτσι νομίζοντας ότι πηγαίναμε σε άσκηση, μεταφερθήκαμε στο λιμάνι της Μερσίνας, νότια παράλια της Τουρκίας. Εκεί μας μάζεψαν οι ανώτεροί μας και μόνο τότε μας αποκάλυψαν ότι θα πάμε να “σώσουμε” την Κύπρο. Έπειτα μας επιβίβασαν μαζί με τα άρματα μάχης και τον υπόλοιπο εξοπλισμό σ' ένα πλοίο και αμέσως μας έστειλαν στο νησί. Ήμασταν περίπου 500-600 άτομα. Εγώ ήμουν υπεύθυνος ενός αντιαεροπορικού ερπυστριοφόρου, που μπορούσε να χτυπήσει στόχο εν κινήσει. Επειδή είχα αποστηθίσει τον αριθμό του τανκ, τον θυμάμαι ακόμη και τώρα. Ήταν το υπ' αριθμόν 23 ερπυστριοφόρο της μοίρας, με στρατιωτικό αριθμό κυκλοφορίας 189820. Υπό τις διαταγές μου είχα έντεκα άτομα.
(...) Στην Κύπρο πήγα απ' την αρχή της εισβολής και παρέμεινα εκεί για περίπου 3-5 μήνες. Αυτά που έζησα και είδα ακόμη και σήμερα μου φέρνουν εφιάλτες.
Μόλις φτάσαμε στην Κυρήνεια, οι Έλληνες μαχητές μάς έκαναν να ζήσουμε στιγμές αγωνίας. Σύμφωνα με το σχέδιο, έπρεπε να ενωθούμε με τις μονάδες της Ταξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών της Καισαρείας, που έπεσαν με αλεξίπτωτα πίσω από τον Πενταδάκτυλο. Απ' ό,τι ακούσαμε, οι αλεξιπτωτιστές και οι καταδρομείς είχαν πολλές απώλειες. Εμείς, μόνο μετά την αεραπόβαση, τη σταθεροποίηση και την προώθηση των καταδρομέων και των αλεξιπτωτιστών προς τον Πενταδάκτυλο, νιώσαμε ασφαλείς. Μέχρι να μας καλύψουν οι καταδρομείς επικρατούσε ένα χάος. Κανένας δεν ήξερε τι έκανε και που πήγαινε. Μερικοί από εμάς έκλαιγαν και άλλοι τρέπονταν σε άτακτη φυγή. Όλη η περιοχή έμοιαζε με κόλαση. Η πείνα, η δίψα, η ψυχολογική ένταση ήταν ανυπόφορες. Πρώτη φορά βρέθηκα τόσο κοντά στο θάνατο και πρώτη φορά συνειδητοποίησα την αξία της ζωής.

Αργότερα, όταν είχαμε πλέον διαφύγει τον κίνδυνο και οι Έλληνες μαχητές αποσύρθηκαν από τον Πενταδάκτυλο και κατέφυγαν σε νοτιότερες περιοχές αρχίσαμε τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στα γύρω χωριά. Κατά την πραγματοποίηση αυτών των επιχειρήσεων, που έμειναν γνωστές με το όνομα “Επιχειρήσεις Σκούπα”, στην ουσία ο τουρκικός στρατός και οι Τουρκοκύπριοι Μουτζαχίντ δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να λεηλατούν τις περιουσίες των Ελληνοκυπρίων, να βιάζουν γυναίκες και μικρά κορίτσια, να δολοφονούν αμάχους, ακόμη και μικρά παιδιά. Εδώ δεν ίσχυαν οι διεθνείς συμβάσεις και οι κανόνες του πολέμου. Οι συμμορίες των Μουτζαχίντ, που υποτίθεται πως ήταν υπό τις διαταγές των αξιωματικών του τουρκικού στρατού, ήταν αυτοί που είχαν το γενικό πρόσταγμα και αποφάσιζαν για όλα. Το τραγικό σε αυτή την υπόθεση είναι πως παρίσταναν τους ήρωες και νόμιζαν ότι επιτελούν εθνικό και θεάρεστο έργο. Αυτοί αποφάσιζαν και για τις ομαδικές εκτελέσεις των αιχμαλώτων. Έλεγαν γεμάτοι κυνισμό: “Τι να τους κάνουμε; Αν δεν τους σκοτώσουμε, θα έχουμε να τους ταϊζουμε”.

Στο χωριό Μόρα, (Μέριτς), κοντά στην Λευκωσία, εκτελέστηκαν ομαδικά, δηλαδή δολοφονήθηκαν 100 περίπου Ελληνοκύπριοι. Ήταν κάτοικοι του χωριού και άλλοι που κατέφυγαν εκεί από τις γύρω περιοχές. Μεταξύ των ανθρώπων που σκοτώθηκαν στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από τις εξόδους του χωριού υπήρχαν ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά. Μετά την απάνθρωπη εκείνη σφαγή, τα πτώματα έμειναν άταφα για περίπου μία εβδομάδα. Με τη ζέστη που επικρατούσε (βρισκόμασταν στην καρδιά του καλοκαιριού) η έκθεση τους στον ήλιο δημιουργούσε κινδύνους για την υγεία μας. Στην ατμόσφαιρα υπήρχε μια έντονη μυρωδιά. Μεγάλες μαύρες μύγες ήρθανε κατά σμήνη στην περιοχή και οι στρατιώτες άρχισαν να υποφέρουν από ναυτία, διάρροιες και εμετούς. 

Μετά από αυτά οι διοικητές μας, που φοβήθηκαν ότι τα μικρόβια θα προκαλούσαν επιδημίες, έδωσαν εντολή να ταφούν τα πτώματα. Την εκτέλεση της εντολής της αναλάβαμε εγώ και ο συστρατιώτης μου, ο Σεβκέτ Αβτσίογλου, που έτυχε να είναι και συμπατριώτης μου. Εγώ ήξερα να χειρίζομαι σκαπτικά μηχανήματα και μπουλντόζες. Γι' αυτό με όρισαν υπεύθυνο της ταφής των πτωμάτων. Με μία μπουλντόζα, που μας δόθηκε για αυτό τον σκοπό, ανοίξαμε ένα μεγάλο λάκκο και πετάξαμε μέσα τα νεκρά διαμελισμένα σώματα, που βρίσκονταν σε προχωρημένη σήψη. Μη με ρωτάτε πως μαζέψαμε τα πτώματα και πως τα βάλαμε στον λάκκο. Ο Σεβκέτ Αβτσίογλου είναι αυτόπτης μάρτυρας και μπορεί να επιβεβαιώσει το γεγονός αυτό της σφαγής και της ομαδικής ταφής των θυμάτων του χωριού Μόρα. Ο ομαδικός τάφος βρίσκεται λίγο έξω από το χωριό, κοντά σε ένα ρέμα. Ακόμα θυμάμαι πάρα πολύ καλά αυτό το μέρος. Θα μπορούσα να πάω ακόμη και σήμερα και αν χρειαστεί να το εντοπίσω. Εκεί, μέσα σε αυτό τον ομαδικό τάφο, υπάρχουν εκατό περίπου άνθρωποι, για τους οποίους δεν γνωρίζει κανείς τίποτα.
Από τους Ελληνοκύπριους που πιάναμε αιχμαλώτους αλλά και του από αυτούς που σκοτώναμε στο δρόμο παίρναμε ό,τι πολύτιμο είχανε πάνω τους, λεφτά και χρυσαφικά. Ειδικά οι διοικητές μας ήταν αυτοί που, όταν γύρισαν πίσω στην Τουρκία από την “Επιχείρηση Ειρήνη” στην Κύπρο, ήταν πλούσιοι. Αυτοί ήταν που διέπραξαν τα περισσότερα εγκλήματα και τις περισσότερες λεηλασίες.

Ο πόλεμος αποκτηνώνει τους ανθρώπους. Ένας ψηλός μελαχρινός υπολοχαγός, που δήλωνε ότι καταγόταν από την κωμόπολη Μπαμπά Εσκιλί της Θράκης, ενώ κάποιοι λέγανε ότι ήταν στην πραγματικότητα από τα Άδανα, βιάσε μία μικρή Ελληνοκύπρια 13-14 χρονών. Βρισκόμασταν στη βιομηχανική περιοχή της Λευκωσίας. Το κορίτσι όταν είδε τις διαθέσεις του, άρχισε να ουρλίαζει τρομαγμένο. Ένας Κούρδος συστρατιώτης μας από την Ούρφα, ο Μεχμέτ Ντεμίρ, που μιλούσε με δυσκολία τα τουρκικά, μπαίνοντας στην μέση παρακάλεσε τον υπολοχαγό να μην πειράξει τη μικρή. Εκείνος όμως δεν άκουγε κανέναν. Ο Μεχμέτ, ένας άνθρωπος αγνός, λαϊκός, δεν του το συγχώρεσε ποτέ. Με την πρώτη ευκαιρία, όταν βρέθηκαν μόνοι τους σε κάποια περιπολία, τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Αργότερα, στην αναφορά που έδωσε στους ανωτέρους μας, ισχυρίστηκε ότι ο υπολοχαγός σκοτώθηκε σε ενέδρα των Ελληνοκυπρίων. 

“Και Τουρκοκύπριοι έπεσαν θύματα του τουρκικού στρατού και των παρακρατικών κατά την εισβολή”
Κατά την περίοδο της εισβολής είχαν και οι Τουρκοκύπριοι το μερίδιο τους στις ταπεινώσεις και τους εξευτελισμούς από τον τουρκικό στρατό και τους παρακρατικούς. Θα αναφέρω ένα περιστατικό: Έξω από το χωριό Μόρα είδαμε δύο νεαρές κοπέλες που βάδιζαν μόνες τους. Εμείς τις συλλάβαμε, όπως είχαμε εντολή να κάνουμε με όποιον κυκλοφορούσε στην περιοχή. ΄Όπως μας είπαν οι ίδιες οι κοπέλες, ήταν Τουρκοκύπριες. Ακολουθώντας την τυπική διαδικασία, τις παραδώσαμε στους ανωτέρους μας. Αργότερα ακούσαμε ότι τις βίασαν οι ίδιοι οι διοικητές μας.

Μία από τις φρικτότερες αναμνήσεις μου από εκείνη την περίοδο είναι η εξής: Σ' ένα αγρόκτημα κοντά στην παλιά πόλη της Λευκωσίας βρήκαμε κρυμμένο μέσα σ' ένα στάβλο έναν άοπλο νεαρό Ελληνοκύπριο. Ήταν 20 έως 23 χρονών. Οι Μουτζαχίντ, σε συνεργασία με τους επικεφαλής μας, αφού βασάνισαν τον νεαρό με τον πλέον απάνθρωπο τρόπο, τον δολοφόνησαν εν ψυχρώ. Αυτό το γεγονός ήταν καθοριστικής σημασίας για εμένα. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η καρδιά μου ράγισε από αυτή την κτηνωδία και σκέφτηκα πως οι δήθεν ελευθερωτές, αυτοί που βρίσκονταν στην Κύπρο τάχα για την ειρήνη, ήταν στην πραγματικότητα τέρατα.
Αλήθεια τίποτα το ανθρώπινο δεν έβρισκα στις πράξεις τους.
 Προς το παρόν αυτά μόνο μπορώ να σας πω. Αν μου το επιτρέψει η υγεία μου στο μέλλον και αν υπάρξει εγγύηση για τη ζωή μου, θα μπορέσω να σας διηγηθώ με λεπτομέρειες όσα έζησα στην Κύπρο. 

Ο Ρόνι Αλάσορ αναφέρει στο σημείωμα που συνοδεύει την μαρτυρία του Ονγκάν: Η αφήγηση αυτή του Μοσταφά Ονγκάν έγινε σε κάποια πόλη της Γερμανίας, όπου ζούσε ως πολιτικός πρόσφυγας, και πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ozour Politika, που εκδίδεται και κυκλοφορεί στην Ευρώπη. Μετά την δημοσίευση της αφήγησης αυτής ο Ονγκάν δέχθηκε απειλές για τη ζωή του από ακροδεξιές τουρκικές οργανώσεις. Στη συνέχεια η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε να τον απελάσει μαζί με την οικογένεια του στην Τουρκία. Έκτοτε ο Μουσταφά Ονγκάν εξαφάνισε τα ίχνη του. Η οικογένεια του τελικά απελάθηκε στην Τουρκία και αυτή τη στιγμή ίσως βρίσκεται σε κίνδυνο. Όταν ετοιμαζόταν η έκδοση αυτού του βιβλίου προσπάθησα να έρθω σε επαφή μαζί του για να εμπλουτίσω την αρχική του μαρτυρία σχετικά με την συμμετοχή του στις επιχειρήσεις στην Κύπρο. Δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσω τα ίχνη του. Επειδή δεν είχα την ευκαιρία να συναντηθώ με τον μάρτυρα, αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω τις πληροφορίες που μου έδωσε κατά τη διάρκεια της πρώτης μας συνάντησης, που έγινε λίγες μέρες μετά την εγχείρηση ανοικτής καρδιάς που είχε υποβληθεί. Ελπίζω να είναι καλά εκεί που βρίσκεται.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου